frear

Η Ζωζώ – του Γιώργου Παπαθανασόπουλου

Η γιαγιά μου η Παναούλα άφησε την τελευταία της πνοή ένα μεσημέρι, μέσα στο καταχείμωνο, πλήρης ημερών, υπερπλήρης ταιριάζει περισσότερο γιατί είχε αγγίξει τα εκατό. Μέχρι τα τελευταία της είχε καλή υγεία και διαυγές το μυαλό της το κοφτερό.

Το ίδιο βράδυ στο σπίτι της γιαγιάς γινόταν το ξενύχτισμα της νεκρής στο καλό λεγόμενο δωμάτιο ‒αργότερα το είπανε σαλόνι‒ και παιδί εγώ τότε θυμάμαι τις εφτά αδερφές, μεταξύ των οποίων και η μάνα μου, μαυροφορεμένες με τα κατάμαυρα μαντίλια στο κεφάλι, καινούργια μαντίλια για την περίσταση, να κάθονται στη σειρά κατά μήκος της κάσας από το κεφάλι μέχρι τα πόδια κι ακόμα πιο πέρα γιατί οι τσιούπες ήταν πολλές, ενώ η γιαγιά δεν είχε και πολύ μεγάλο μπόι, μια σπιθαμή άνθρωπος ήταν. Πού και πού άκουγες και καμιά από τις αδερφές ν’ αναστενάζει «ωχ ωχ ωχ μανούλα μ’», έτσι για ν’ ακούγεται κανένας αναστεναγμός, θάνατος ήταν αυτός, να πήγαινε άκλαυτη η γιαγιά, δεν έκανε.

Από την απέναντι πλευρά ήταν οι λοιποί συγγενείς και κάποιοι γείτονες, που ξενυχτούσαν τη νεκρή και ψιλοκουβεντιάζανε για να περνά η νύχτα. Οι μεγαλύτερες οι ξαδέρφες μου είχαν επωμισθεί τη φροντίδα να κάνουν καφέδες για τους παρευρισκόμενους και να σερβίρουν τα κομμάτια του σκουρόχρωμου χαλβά σε σχήμα κουταλιού, δηλονότι το καλούπι για το χαλβά τότε ήταν το κουτάλι της σούπας.

Κοντά στα πόδια της γιαγιάς κάθονταν η ανιψιά της και πρώτη ξαδέρφη των επτά αδερφάδων, η Ευσταθία, που πρόσφατα είχε διοριστεί καθαρίστρια στο δημαρχείο της πόλης και είχε αποκτήσει πλέον τις συνήθειες και την ομιλία της πρωτεύουσας, «κοντομερίτες κρένουνε σα να ‘ν’ ξενομερίτες», που λέει κι ο ποιητής (1). Η Ευσταθία, πολυλογού εκ γενετής, είχε κοντά τη γειτόνισσα τη Μέλπω και την πυροβολούσε κατά βολή και κατά ριπάς, σε χαμηλό τόνο φωνής λόγω του πένθους, με τα καθέκαστα από τη δουλειά της και τις συναδέλφους της, όμως λόγω της κοινής ησυχίας ακούγονταν τα λόγια της, έχουσα εμφανώς σαν στόχο η Ευσταθία, αυτά που έλεγε να τ’ ακούνε όλοι και όχι μόνο η Μέλπω.

Η Ευσταθία κατά τη διάρκεια της ομιλίας της έλεγε και ξανάλεγε το όνομα Ζωζώ, προφανώς κάποια συνάδελφός της ήταν. Ξέρεις με τη Ζωζώ πήγαμε εκεί, με τη Ζωζώ είπαμε αυτό, με τη Ζωζώ κάναμε εκείνο κ.λπ. Οι επτά αδερφές, οι χαροκαμένες, που δεν είχαν και σε τόσο μεγάλη υπόληψη την Ευσταθία, ακούγοντας ξανά και ξανά το όνομα Ζωζώ, εντελώς ασυνήθιστο όνομα στο χωριό, σχεδόν πρωτόγνωρο, άρχισαν μια μια να σκάζουν συγκεκαλυμμένα χαμόγελα, προφανώς κατ’ εμέ έκαναν όλες τις ίδιες σκέψεις, λογικό καθ’ ότι εξόχως συνδεδεμένες μεταξύ τους σε ολόκληρο τον βίο τους και τούτο χωρίς καμία υπερβολή. Παρατήρησα τα συγκρατημένα χαμόγελα και κατάλαβα ότι επίκειται κάποια έκρηξη και δεν το κρύβω ότι ανησύχησα μπας και γίνουν ρεζίλι. Για όλες βέβαια μ’ ενδιέφερε και για τη μάνα μου ιδιαίτερα, γιατί στο γέλιο η μάνα μου ξέφευγε πολλές φορές.

Δεν άργησε όμως να συμβεί το κακό, οι φόβοι μου έγιναν πραγματικότητα. Η θεία μου η Βέφα τράβηξε λίγο το μαντήλι μπροστά για να καλύψει όσο γινότανε περισσότερο το πρόσωπό της και πλησιάζοντας το κεφάλι της προς την μάνα μου, που κάθονταν δίπλα, της είπε εντελώς σοβαρά: «Ποια να ‘ναι αυτή η Ζωζώ μωρ’ τσιούπα». Λόγω της ησυχίας που επικρατούσε στο δωμάτιο η φωνή της θείας Βέφας ακούστηκε ‒ήταν και λίγο μπάσα η φωνή της‒ και γέλασαν όλοι και οι τεθλιμμένες επτά αδερφές ξεκαρδίστηκαν.

Πιστεύω πως και η γιαγιά θα γελούσε, αν θα το μπορούσε βέβαια, γιατί τη γιαγιά εγώ την ήξερα καλά και μέσα στη λύπη μου, αυτή η σκέψη με παρηγόρησε.

Αργότερα και πριν ακόμα ξημερώσει, όπως καθόμουν στη γωνιά ακούμπησα το κεφάλι μου στον τοίχο και με πήρε ο ύπνος, τότε είδα στ’ όνειρό μου τη γιαγιά να σηκώνεται ξαφνικά και να φωνάζει γελώντας «ζω ζω».

Ξύπνησα με μια εσωτερική ανάταση, ίσως και με κάποιο χαμόγελο στο πρόσωπο, αλλά αντικρίζοντας ξανά το θανατικό αμέσως συμμορφώθηκα. Οι επτά αδερφές δεν γελούσαν πλέον, τα μάτια τους ήταν κλαμένα, σίγουρα αυτή τη φορά η κάθε μία χωριστά έκανε τις δικές της σκέψεις, είχε τις δικές της αναμνήσεις.

…………….

(1): Από ποίημα του Θ.Ε. Παντούλα με τίτλο «Γιαννιώτ’κο» που δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Réne Groebli.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Twitter