Οι κληρωτοί της μοίρας

Η Νινόν απ’ όσο θυμάται τον εαυτό της ζει μαζί με το τσίρκο. Ατέλειωτα ταξίδια σε κάθε γωνιά του κόσμου. Μεσαιωνικές πλατείες και άδεια χωριά διατρέχουν τις αναμνήσεις της. Γνωρίζει όλους τους ακροβάτες με τ’ όνομά τους. Ο Πιερ, ο Λασσάντ και ένα σωρό άλλοι που πέρασαν και χάθηκαν στις μεγάλες πολιτείες. Ξέρει τα σημάδια, τους έρωτες τούς νιώθει όταν ένας παράξενος κεραυνός ανάβει μες στα δυο τους μάτια. Έμαθε από μικρή πώς πιάνει το τσίγγινο, αμερικάνικο φεγγάρι ο μίμος και πώς οι εποχές φωτίζονται από χρώματα όταν παράξενες γεννιούνται σ’ ένα και μόνο νεύμα του. Περισσότερο μάλιστα απ’ όλους, αυτόν αγαπά.

Φέτος τους ακολουθεί ένα νεαρό πουλάρι. Τ’ άλογά τους είναι δώδεκα και θυμάται όλων τ’ όνομα. Έχουν έναν πελώριο, ειρηνικό σκύλο να τους ακολουθεί.

Όποιος δεν αγαπά την Νινόν είναι ψεύτης, ψεύτης, ψεύτης. Όποιος δεν καταστρέφεται απάνω στα δυο της σύνορα κρύβει πως είναι δειλός. Επειδή, παρά τα δεκαπέντε της χρόνια η Νινόν δεν είναι άλλο απ’ το πανέμορφο παγόνι των βουνών της Βίβλου. Και επειδή, παρά τις βροχερές διαδρομές που σκίζουν την καρδιά της, κάποτε θα τραγουδήσει, ολόκληρο το καραβάνι τραβά ευτυχισμένο τον αλαφιασμένο του δρόμο.

Κάποτε την ζωγράφισαν. Μες στα ρούχα της κρατά μια φωτογραφία απ’ την ερημιά των νησιών.

Στο τέλος της παράστασης πάντα παρελαύνει έξυπνα, όλο χάρη η μικρή Νινόν, σέρνοντας πίσω της δυο πολύχρωμα, εξωτικά πουλιά. Μπράβο, μπράβο φωνάζουν στις πρώτες σειρές, ζήτω η Νινόν που απέμεινε το τελευταίο μας άστρο και χειροκροτούν. Μα η μικρή χαρίζει τα δυο της χέρια σ’ έναν ξαφνικό άνεμο, σ’ ένα όνειρο. Χάνεται και είμαστε μάρτυρες πως ένα απ’ τα παράξενα όντα που ζουν στις ρωγμές ζήλεψε κάτι απ’ την ιδέα της. Τώρα την κρατούν κάτω απ’ τα φώτα, σαν πεταλούδα φτιάχνει τις φωλιές της στους ποταμούς που βγάζουν στις χρυσές πολιτείες. Πως πέταξε, πως δεν υπήρξε ποτέ παραδέχτηκαν οι άνθρωποι και σφράγισαν τις ζωές τους με το μοιραίο της σημάδι.

Μες στο βιβλίο ζουν όλοι οι σπουδαίοι ρόλοι. Η Νινόν ξοδεύει ώρες ολόκληρες σκαρφαλωμένη στην εξέδρα. Διαβάζει τις ιστορίες δυνατά μες στο σκοτάδι και μες στο στερέωμα. Την δείχνουν οι άνθρωποι, πέφτουν στα γόνατα, ξεχνούν τον πόλεμο.

Σε μερικά χρόνια από σήμερα όλοι θα μιλούν για την χαριτωμένη Νινόν. Για μια αρτίστα πρώτης τάξεως, για ένα θαύμα της σκηνής.

Κάπου κάπου βγαίνει ντυμένη με φαρδιά παντελόνια και ένα πλατύγυρο καπέλο σαν αυτό των εργατών. Τότε παίζει τους δραματικούς της ρόλους ή παριστάνει έναν ολόκληρο πίνακα ζωγραφικής πίσω απ’ το παίξιμό της. Το κοινό υποβάλλει τα σέβη του σ’ αυτό το κορίτσι που έζησε ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του μαζί με το καραβάνι. Η πομπή του ήσυχα χάνεται μες στη λήθη και τ’ όνομά του δεν έχει πια σημασία, η Νινόν λίγα πράγματα θυμάται, το μυαλό της, η μορφίνη, η μόνη της παρηγοριά, τα φώτα έπειτα από κάθε πρεμιέρα, ο κόσμος του τσίρκου, οι σπουδαίοι της ρόλοι, οι βραδιές με τα αρκαδικά παραβάν, το νεύρο που ζει εκεί έξω, περιμένοντας έναν μονάχα κεραυνό για να ζήσει. Όλα τα ποιήματα που έχουν γραφτεί πάνω σε τοίχους, σε βιβλία, τα ποιήματα που έγιναν τραγούδια και όσα κοιμήθηκαν για πάντα.

Η ορχήστρα παίζει απόψε για χάρη της. Είναι ευτυχισμένη. Βαδίζει μετέωρη σε μια δική της σκηνή, γυρνά και κάνει κομμάτια την πλατεία, είναι από σπασμένο γυαλί και ακραία ομορφιά. Το αίμα της είναι άρρωστο, η Νινόν μπορεί από στιγμή σε στιγμή να καταρρεύσει. Όμως πρώτα θα ’χει σώσει για πάντα την τέχνη. Ανάμεσα σε μπλουζ και αμερικάνικο τίποτε η Νινόν γυρεύει τον έκπληκτο άνεμο, ζητά τα χέρια που κάποτε της πάγωσαν την καρδιά.

Η Νινόν αποτέλεσε είδωλο για όλα τα κορίτσια. Οι άνδρες τη λάτρεψαν και δεν ήταν λίγα τα ειδύλλια στα οποία ενεπλάκη. Βρέθηκε νεκρή στην κάμαρά της. Ήταν η τελευταία πριγκίπισα των παραμυθιών. Κρατούσε άδειο το πανέρι της, είχε συντροφιά δυο κύκνους και μια μικρούλα ανάμνηση. Το τσίγγινο φεγγάρι το φορά πια στα μαλλιά της. Για να τη γνωρίσεις πρέπει να διαβάζεις τα ποιήματα μες στα σίδερα, μες στις φωτιές και τα παρατημένα λάστιχα. Πρέπει να ξέρεις να τα ξεχωρίζεις μες στους δύσκολους καιρούς, πρέπει να αντέχεις όσο κρατά ένα κονσέρτο από ξέφρενα έγχορδα και όσο αντιστέκονται όλα τα μεγάλα ναι και όλα τα όχι σου. Πρέπει να ξέρεις πως η Νινόν αγαπούσε τις φρέζιες. Πως διάβαζε γυμνή και όμορφη στ’ αστρικά και υπήρχε φως γύρω της, πάνω της, παντού.

Μπήκε μισός κάτω απ΄τα φώτα. Στο μαγαζί συχνάζουν ποιητές και ταξιδιώτες. Το μέρος είναι κακόφημο, μα εκεί μονάχα γράφονται οι μιλόνγκες. Εκεί απάνω στον έρωτα αστράφτει το μαχαίρι και χτυπούν οι καρδιές για την Νινόν που κυματίζει μες στην άδεια σκηνή, που κάνει κομμάτια όλους τους θορύβους αυτού του κόσμου.

Κρυβόμουν, λέει και αυτή είναι η αρχή του έρωτα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.