Αναζητώντας τον μίτο της αλήθειας
Νένα Κοκκινάκη, Η Πρέσβειρα των Παρισίων, εκδ. Πατάκης, Αθήνα 2013.

Η Νένα Κοκκινάκη ασχολείται με το διήγημα, το δοκίμιο και την κριτική βιβλίου. Έχουν εκδοθεί μελέτες της για Έλληνες συγγραφείς, ειδικότερα της γενιάς του ’30. Γεννημένη στη Λάρισα, ζει στην Αθήνα, όπου και υπηρέτησε στη ΜΕ ως καθηγήτρια και ως σχολική σύμβουλος φιλολόγων. Υπηρέτησε επίσης στην ελληνική Πρεσβεία του Παρισιού.

«Ακούω στο όνομα Φρόσω, είμαι δασκάλα και τον περασμένοΝοέμβρη έκλεισα τα σαράντα τρία. Εδώ και μια εικοσαετία σχεδόν είμαι διορισμένη στο δημόσιο. Τα τελευταία τρία χρόνια όμως ζω και δουλεύω στο Παρίσι, αποσπασμένη από την υπηρεσία μου στα ελληνικά σχολεία που λειτουργούν στη γαλλική πρωτεύουσα.» (σ. 46)

Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να αρχίζει το μυθιστόρημα. Και όμως είναι το 5ο κεφάλαιο, και η πρωταγωνίστρια αυτοσυστήνεται με αυτόν τον τρόπο. Στα προηγούμενα κεφάλαια μιλάει πάλι η ίδια, σε πρώτο πρόσωπο, αποκαλύπτοντας διάφορες πλευρές της ιστορίας, που με τον τρόπο αυτό διασταυρώνονται ή/και φωτίζουν διαφορετικά τα γεγονότα. Μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση αφήγησης έχει αρχίσει. Ένα παζλ που συμπληρώνεται σταδιακά και με αργό ρυθμό, και πάλι όχι γραμμικά. σαν βελονιά πεταχτή.

Ο πυρήνας της υπόθεσης είναι ο ακόλουθος: μια δασκάλα, η Φρόσω, αποσπάται στο Παρίσι, για να διδάξει στα τμήματα ελληνικών – μια τέτοια απόσπαση διαρκεί συνήθως πέντε χρόνια Η Φρόσω ως χαρακτήρας παρουσιάζει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς δεν δίνεται μονοδιάστατα. Όνειρα και φιλοδοξίες, και η επιμονή της για απόσπαση στο Παρίσι. Εκεί, βέβαια, αντί για τα όνειρά της θα συναντήσει ίντριγκες, ένα κατεστημένο άρρωστου επαγγελματικού βολέματος, αθέμιτους ανταγωνισμούς, ανήθικες συμπεριφορές. Θα συναντήσει όμως και τον μεγάλο έρωτα στο πρόσωπο του Νικήτα Πατέλη – έρωτα ανανταπόδοτο και τραυματικό γι’ αυτήν.

Εκεί, στο 5ο κεφάλαιο, αναφέρει για πρώτη φορά ότι θα ήθελε να γράψει ένα κείμενο που να μιλά για όσα ζει στο Παρίσι, ένα μυθιστόρημα.

Πολύ δυνατά σημεία, μαζί με τον τρόπο της αφήγησης που ήδη αναφέρθηκε:

-Οι περιγραφές: προσώπων, χώρων, συναισθημάτων. Η πόλη είναι επίσης πρωταγωνίστρια, με τα καφέ, τους δρόμους, τους χώρους εργασίας, τα σπίτια. Τα σπίτια θα έλεγα πως αποτελούν ένα πολύ ενδιαφέρον κομμάτι, καθώς συνδέονται με την κοινωνική προβολή των αποσπασμένων, με φιλικές συναντήσεις αλλά και με τον έρωτα.

– Το crescendo του έρωτα προς το τέλος κυρίως. Του έρωτα της Φρόσως προς τον Νικήτα, του Νικήτα προς την Κατρίν, αλλά και του Νικήτα προς τη νεκρή σύζυγο.

-Η ελληνική κοινότητα, και ο ρόλος που παίζει στη στρεβλή διατήρηση της, για να μη χάσει κεκτημένες επιρροές.

-Ο ανάλογος ρόλος της εκκλησίας, παράλληλα,

Μυθιστόρημα καταγγελτικό, όπως προκύπτει.. Η αφηγήτρια ονομάζει το κείμενο που θα ήθελε να γράψει «μυθοπλασία που ενδύεται τον καταγγελτικό λόγο», σ.71. Θα πρόσθετα: μυθιστόρημα-ντοκουμέντο. Αστυνομικός χαρακτήρας, παράλληλα. Καθώς ο Νικήτας Πατέλης, φιλόλογος και συγγραφέας, δοκιμιακών και λογοτεχνικών κειμένων, θα αυτοκτονήσει για αδιευκρίνιστους λόγους. Ή μήπως η αυτοκτονία αυτή ήταν δολοφονία, όπως υποστηρίζεται από κάποιους;

Οι διαψεύσεις, λοιπόν, είναι ένας ακόμη άξονας στην αφήγηση – διαψεύσεις προσδοκιών, ονείρων και ερωτικές διαψεύσεις. Οι απώλειες, θα προσθέσω, και το κενό που αφήνουν στην ψυχή και στη ζωή.

Το εξώφυλλο απεικονίζει μια νέα γυναίκα στη γέφυρα του Σηκουάνα, με τα χέρια υψωμένα και ανοιχτά, σημάδι χαράς, χαλαρότητας, ευτυχίας. Προφανώς στοιχεί στην αρχική κατάσταση της πρέσβειρας (δηλαδή της αποσπασμένης εκπαιδευτικού στην Πρεσβεία), της Φρόσως, όταν πρωτοήρθε στο Παρίσι. Η «Πρέσβειρα των Παρισίων» μού φέρνει τον απόηχο της Παναγίας των Παρισίων, ως έκφραση. Ο τίτλος, κατ’ αρχάς μεγαλόπρεπος, αποδεικνύεται στη συνέχεια ειρωνικός, σε σχέση με την ουσιαστική προσφορά εκείνων που κατέχουν των τίτλο, όπως συνειδητοποιεί η αφηγήτρια.

Αφήνοντας για λίγο την αφήγηση, θέλω να πω δυο λόγια για τη συγγραφέα και την πραγματικότητά της. Η Νένα Κοκκινάκη δείχνει μεγάλη τόλμη, μιλώντας για θέματα που καίνε και που είναι ακόμη ταμπού. Η ίδια διετέλεσε συντονίστρια εκπαίδευσης στη Δυτική Ευρώπη. Μέσα από την προσεγμένη και ενδιαφέρουσα γραφή και, συνακόλουθα, αφήγησή της, θίγει το θέμα της διδασκαλίας των ελληνικών σε ξένες χώρες, αλλά και ασκεί κριτική σε πολλά σημεία του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος γενικά, στον ρόλο του σχολικού συμβούλου στη συνέχεια. Η άποψη της ένταξης των ελληνικών στα σχολεία της χώρας υποδοχής, ως μέρος ενιαίου συστήματος αποτελεί μια άποψη που πρόσφατα άρχισε να γίνεται αποδεκτή,

Πίσω στην αφήγηση: σταθερό background στο κείμενο της Κοκκινάκη αποτελεί ο Κίτρινος φάκελος του Μ. Καραγάτση. Με εμφανείς, μέσα από τη διαφορετικότητα, τις αναλογίες: του συγγραφέα που ζητάει από κάποιον άλλο να συνθέσει τις σημειώσεις του σε λογοτεχνικό κείμενο. τις σημειώσεις που διασώζονται μέσα σε έναν φάκελο. την αυτοκτονία του συγγραφέα-συντάκτη των αποσπασματικών κειμένων, που αποδεικνύεται δολοφονία. την ύπαρξη της μυστηριώδους γυναίκας.

Οι αναφορές γίνονται μέσω της Φρόσως. Βέβαια, η ίδια κάνει και τη διάκριση των κινήτρων σε κάθε περίπτωση, αναλύοντας τα δικά της κίνητρα. Και καταλήγει στη διαφορά εκ του αποτελέσματος, ότι στη μία περίπτωση το κείμενο γράφτηκε, ενώ στην άλλη όχι – μόνο που, όπως ειπώθηκε πιο πάνω, στην πραγματικότητα και αυτό το μυθιστόρημα έχει γραφτεί.

Πιο συγκεκριμένα: Ο Προϊστάμενος του Γραφείου και συγγραφέας Πατέλης δεν θα ολοκληρώσει το μυθιστόρημα που ετοιμαζόταν να γράψει με βάση τις σημειώσεις του. Η Φρόσω δηλώνει ότι δεν θα καταφέρει να γράψει το μυθιστόρημα που επιθυμούσε να γράψει, με κέντρο πάλι τις ίδιες σημειώσεις. Μας έχει δώσει ορισμένα αποσπάσματα από τις σημειώσεις αυτές στο διάστημα που τις είχε στην κατοχή της – σαν να είναι οι ταυτόχρονες αναγνώσεις της αφηγήτριας και του αναγνώστη. Ωστόσο, με το τέλος του βιβλίου γίνεται εμφανές ότι ακριβώς αυτό το κείμενο διαβάζαμε, το κείμενο της Φρόσως-αφηγήτριας για τα χρόνια της απόσπασής της στο Παρίσι, με εμβόλιμες τις αφηγήσεις του Πατέλη. Εκτιμώ τα κείμενα με ιδιαίτερη τεχνική στην αφήγηση, άρα και το συγκεκριμένο μυθιστόρημα. Δεν θα μιλήσουμε απλώς για γραφή μέσα στη γραφή, για εγκιβωτισμένη αφήγηση με άλλα λόγια, αλλά και για προσποίηση ότι ακυρώνεται η δεύτερη γραφή, ένα συγγραφικό τέχνασμα.

Μέσα σε όλη την ατμόσφαιρα που αποδίδεται στο μυθιστόρημα, έρχεται σαν δροσιά, σαν όαση ο εφηβικός χαρακτήρας της Νεφέλης, κόρης της Φρόσως. Έξυπνη, με αγάπη στο διάβασμα, στη μόρφωση γενικότερα, με αγάπη στους γονείς αλλά χωρίς εξάρτηση από αυτούς, ιδανική φίλη, προσγειωμένη, με τα ερωτικά της σκιρτήματα, με τις ισορροπίες της. Δεν θα έλεγα ότι είναι εξιδανικευμένη, αλλά ότι είναι από τα παιδιά, λίγα ή περισσότερα ποιος ξέρει, που γνωρίζουμε και που ευχόμαστε να παραμείνουν τέτοιας ποιότητας ενήλικοι.

Από τις συναντήσεις με τα διάφορα πρόσωπα, μου μένουν στη μνήμη οι συναντήσεις της Φρόσως με τη Σμαρούλα. Στο σπίτι της δεύτερης, κυρίως. Ίσως επειδή έχουν κάτι από τις συναντήσεις φιλενάδων, με καφέ και κουβεντούλα. Ίσως και επειδή είναι πιο ανάλαφρες, με τη συνοδεία σχεδόν πάντα της Κολόμπ, της σκυλίτσας της Σμαρούλας. Ατμόσφαιρα σπιτιού και το σκηνικό του παριζιάνικου καιρού πότε απειλητικό και πότε γοητευτικό. Σχόλια, κουτσομπολιό, γυναικείες κουβέντες.

Ίσως επειδή μου έφερε στον νου ένα δικό μου ποίημα, παλιότερο, όπου μιλούσα γι’ αυτές τις ώρες τις ανάλαφρες, που μοιάζουν με απεριτίφ στη βεράντα, με νοστιμιά σπιτικής λιχουδιάς, ώσπου να σημάνουν ξυπνητήρια και σειρήνες/
και να γυρίσει (ο νους) πάλι στις «συνηθισμένες ασχολίες».
Ακριβώς όπως και η Φρόσω.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Paul Schutzer.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.