στην Αθηνά Δεληγιάννη

Από τα τρία αδέρφια, ο Λουκάς Μάνθος, ο μεγαλύτερος, έμεινε στο χωριό. Η αδερφή παντρεμένη στα Γιάννενα, ο μικρός αδερφός με την οικογένειά του στην Αθήνα. Ήταν στο προσκεφάλι του πατέρα του όταν, κατάκοιτος πολλά χρόνια, μ’ ένα ανεπαίσθητο θρόισμα ανάμεσα στα γέρικα χείλια του έκλεισε για πάντα τα μάτια. Έπειτα γεροκόμησε τη μάνα του· της ανταπέδωσε την οφειλή, γενόμενος αυτός μητέρα κι εκείνη μικρό παιδί που δεν μπορούσε να πλυθεί μόνο του ή να ταϊστεί. Την κάθιζε και την έπλενε μ’ ένα σφουγγάρι. Την τάιζε στο στόμα. Ήταν αλαφριά σαν πουλάκι, κι αυτός ένας χεροδύναμος άντρας, κοντά δύο μέτρα. Τη σήκωνε άκοπα, και ήταν πράγματι η γριά μάνα του ένα κοκαλιάρικο μικρό πουλί δίχως τοσοδά ψαχνό, μια ρυτιδιασμένη κούκλα.

Ταχτικά, κάθε βράδυ στις έξι, κάθιζε τα δύο μέτρα του σε μια καρέκλα του καφενείου –συχνά στην ίδια–, έπινε δυο τρία τσίπουρα, κάπνιζε και κουβέντιαζε μ’ όποιον χωριανό τύχαινε να κάτσει μαζί του. Έπειτα, στις οχτώ, σηκωνόταν, καληνύχτιζε κι έφευγε. Ήταν σιωπηλός άνθρωπος, από κείνους που κι όταν μιλούν νιώθεις ότι σιωπάνε. Μέχρι αργά το βράδυ διάβαζε – δεν είχε καμιά μεγάλη βιβλιοθήκη, τριάντα σαράντα βιβλία όλα κι όλα, μα τα ξαναδιάβαζε, δέκα και είκοσι φορές το καθένα. Κοιμόταν αργά, σπάνια να τον πάρει ο ύπνος πριν από τη μία, και το πρωί ξύπναγε νωρίς, στις έξι. Είχε να φροντίσει τον κήπο, το σπίτι, τη μάνα του.

Κι έπειτα κάτι άλλαξε, όταν και η μάνα πέθανε. Την κήδεψε, και κατόπιν η σιωπή στα μάτια του και σ’ όλη του την όψη βάθυνε. Δεν άλλαξε το συνήθειό του να πηγαίνει στο καφενείο στις έξι και να φεύγει στις οχτώ. Αλλά ό,τι γι’ άλλους θα ήταν λύτρωση, να μην έχουν να γεροκομούν μιαν ανήμπορη μάνα, για τον Λουκά ήταν βάθεμα της μοναξιάς ως εκεί που κι αυτός ακόμα, συνηθισμένος να είναι μόνος, δεν μπορούσε να την αντέξει. Με την ίδια τάξη που είχε σε καθετί που έκανε, στο πώς θα έδενε τα ξύλα στις τοματιές και τις φασολιές, νωρίς ένα απόγεμα έφτιαξε τη θηλιά απ’ όπου είχε πάρει την απόφαση να κρεμαστεί κείνο το βράδυ. Έπειτα πήγε στις έξι στο καφενείο, να πιει τα δυο τρία τσίπουρά του και να καπνίσει πέντ’ έξι τσιγάρα, μα κάθισε πιο αργά, ως τις εννιά σχεδόν. Κατόπι σηκώθηκε, καληνύχτισε κι έφυγε.

Έξω, ο φλεβαριάτικος αέρας ξύριζε. 29 του μήνα, ο χρόνος ήταν δίσεκτος. Στον ουρανό, σύννεφα κυνηγιόνταν και το φεγγάρι τα κόσιζε. Τα βουνά, γύρω, ήταν βαθύτερο σκοτάδι πάνω στο σκοτάδι, και στην παγωνιά το χνότο των σπιτιών μύριζε ξύλο.

Ανηφόρισε για το σπίτι, αλλά λίγο παρακεί στάθηκε. Σαν να ’χε ακούσει ένα σιγανό κλάμα μες στη νύχτα. Προσπάθησε να διακρίνει τι μπορεί να ήταν, και πράγματι είδε στην άλλη μεριά της έρημης πλατείας μια μικρή φιγούρα μαζεμένη στο πεζούλι κάτω από το μεγάλο πλατάνι. Πήγε κατά κει.

Κοντύτερα, είδε πως ήταν η Φρόσω, η δεκάχρονη κόρη του γείτονα, του Τάκη Μάγκου. Ήταν τυλιγμένη στο παλτουδάκι της και δίπλα είχε μια σακούλα. Στα μάτια του κοριτσιού έλαμπαν δάκρυα που πρώτα λίμναζαν κι έπειτα κύλαγαν στα παγωμένα του μάγουλα.

Στάθηκε δίβουλος, αν θα συνέχιζε για το σπίτι, να απόσωνε αυτό που ’χε αρχινήσει, ή αν θα ρωτούσε το κορίτσι τι είχε. Μα ξαφνικά τον κυρίεψε η περιέργεια να μάθει τι ’χε μέσα κείνη η σακούλα.

«Φρόσω», είπε, «τι έχεις μες στη σακούλα;»

«Τα πράματά μου», του απάντησε. «Έφυγα. Δε μ’ αγαπάνε».

Δεν τη ρώτησε γιατί δεν την αγαπούσαν, μονάχα έκατσε δίπλα της στο πεζούλι.

«Και τι πράματα είναι αυτά;» είπε ύστερα.

«Δυο βρακιά και το αρκουδάκι μου».

Δεν ήξερε τι άλλο να της πει. Για λίγο έμειναν έτσι καθισμένοι στο σκοτάδι και στο κρύο, αυτός μεγάλος, εκείνη μικρή. Το χνότο της έβγαινε καθαρό από το στόμα της, μα το δικό του μύριζε τσιγάρο και τσίπουρο. Ο άνεμος κάτι έλεγε μέσ’ από τους γυμνούς κλώνους του πλάτανου.

«Έλα να σε πάω σπίτι τώρα», της είπε τέλος.

Αφού έκλεισε πίσω της η πόρτα κι ακούστηκαν ανακουφισμένα μαλώματα, ο Λουκάς γύρισε στο δικό του σπίτι. Πήρε ένα μαχαίρι, ανέβηκε σε μια καρέκλα κι έκοψε το σχοινί που είχε δεμένο στο πάτερο. Έπειτα το τύλιξε προσεχτικά και το έκρυψε. Πήγε στην κάμαρή του, κοίταξε τις τσακισμένες ράχες των βιβλίων και τράβηξε ένα. Όρθιος ακόμα, διάβασε τις πρώτες αράδες:

«ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ, μια μέρα που φύσαγε νοτιάς, κατά τις εννιά το πρωί, η αμαξοστοιχία της Βαρσοβίας πλησίαζε στην Πετρούπολη, τρέχοντας μ’ όλη της την ταχύτητα. Είχε τόση υγρασία και τόση ομίχλη, που μόλις και μετά βίας πρόβαλλε η μέρα…»

Έκατσε στην καρέκλα του, και το σπίτι γύρω του –κι ο κόσμος παραέξω– έστησαν αφτί για ν’ ακούσουν τη συνέχεια.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.