Αντίο.
Αυτή η λέξη έλεγε πολλά
Αυτή η λέξη άνοιγε τον χώρο ανάμεσά μας
Σαν χειρονομία– ένας μορφασμός
Γλίστρησε από πάνω μου
Σάρκα ξεσκισμένη
Βγήκα απ’ το στενό μου ρούχο
Με βάσανο και κόπο

Πέθανες εσύ
Πέθανα εγώ
Πέθαναν εκείνοι
Πέθανε η γάτα

Αντίο.
Αυτή η λέξη έλεγε πολλά
Το λείο της πρόσωπο
Σχεδόν δίχως περίγραμμα
Σχεδόν απόμακρο πια απ’ την εποχή
Εκείνο το πρόσωπο
Που άλλοτε σε απαλά σεντόνια
Άνθιζε – είχε κοιμηθεί
Εισέβαλλε αργά και με μυστήριο
Στη σκιά της άρνησης

Ήταν τώρα ένα τοπίο
Καθαρής και λευκής μοναξιάς
Εκεί που αύριο θα φύτρωναν τα άνθη της σιωπής
[τρεις μαύροι κρίνοι, τρεις μαύροι κρίνοι
πάνω στο μνήμα μου δίχως σταυρό]
Τα αφοπλιστικά μου νερά
Οι σειρήνες του καιρού
Τα χαμένα μου παιδιά

Αντίο.
Αυτή η λέξη ανάμεσά μας
Το χείλος μιας ασφυκτικής ανάμνησης
Από μια νύχτα τυφλή, από την λήθη
Κάποτε ίσως πια δεν θα πονά
Όταν οι κίτρινες κόρες του ήλιου
Θα ναι σε μαύρη ακινησία
Κι αν τα βλέμματα αποστρέφουμε απ’ την φωτιά
Πώς να κοπάσει μέσα μας αυτή η άγρια συνουσία;
Δυο πλάσματα πάντα υπό κατασκευή
Μια απειλή μες στο κεφάλι του κόσμου του μεγάλου
Είμαστε κοίτες δυο – πολιτισμών που αρνούμαστε
Να πνιγούμε ο ένας μες στον άλλον

Το κορμί σου – παράδεισος βουκολικός
Χιλιάδες θεοί μέσα του αποφασίζουν την τύχη της γης
Μα ποτέ μου δεν κατάλαβα τι λένε, θα πεις

Αντίο.
Η λέξη απλή, που μας χωρίζει
Ένα απειροελάχιστο διάστημα γαλήνης
Προηγείται πάντα από εμάς – όπως η ελπίδα
Που έλεγες πως φέρεις το χινόπωρο
Είμαι ολόκληρος μια αμφιβολία μεγαλύτερη
Από ό,τι μπορούσες να υποφέρεις
Το Αντίο μας κάνει ορατούς μαζί
Μες στη μεγάλη νύχτα
Ένα πρόσωπο – μια έννοια αναμονής
Πέρα από εμάς το αύριο
Τόσο πολύ πριν – τόσο μετά
Μες στα απαλά σεντόνια εισέβαλλε αργά

Αυτός ο ύπνος που πλέον δεν ανήκει σε κανέναν.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Rob Woodcox.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.