Το Τσέλσι (Chelsea) είναι μια από τις πιο όμορφες συνοικίες του Λονδίνου. Από τον 19ο αιώνα καλλιτέχνες και άνθρωποι των γραμμάτων το προτιμούσαν από τις άλλες συνοικίες της αγγλικής πρωτεύουσας. Περπατώντας κανείς στους δρόμους του ‒και μάλιστα σε εκείνους που είναι κοντά στον Τάμεση, από τη γέφυρα του Τσέλσι ως τη γέφυρα του Αλβέρτου και ακόμη πιο πέρα‒ του δίνεται η ευκαιρία να φέρει στη σκέψη του πολλούς από τον πνευματικό και καλλιτεχνικό κόσμο που έζησαν εκεί στο παρελθόν∙ τον Ντάντε Γκαμπριέλ Ροσέτι, για παράδειγμα, τον Μαρκ Τουέιν και τον Χένρι Τζέιμς, τον Έλιοτ και τον Όσκαρ Ουάιλντ ή ακόμη τον Τέρνερ και τον Τόμας Καρλάιλ. Του Καρλάιλ το σπίτι ‒όπου έγραψε το πολύκροτο ιστορικό βιβλίο του Η γαλλική επανάσταση, πολύκροτο και για το χειρόγραφο ακόμη που καταστράφηκε πριν εκδοθεί και αναγκάστηκε να το ξαναγράψει‒ σώζεται μέχρι σήμερα με την επίπλωσή του και επιτρέπει στον επισκέπτη να ανασάνει την ατμόσφαιρα της ιδιωτικής ζωής του Chelsea sage, όπως συχνά τον αποκαλούνε.

Η μορφή όμως που κυριαρχεί στο Τσέλσι, και στη σκέψη μου βέβαια, είναι ο άλλοτε Λόρδος Καγκελάριος του Ερρίκου Η΄ Τόμας Μορ (Thomas More, 1478-1535). Ακριβώς στον τόπο όπου έζησε με την οικογένειά του τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής του και όχι μακριά από την όχθη του Τάμεση και την Τσέλσι Ολντ Τσερτς, στo Cheyne Walk, θα έλεγα για τους ντόπιους, βρίσκεται σήμερα το άγαλμά του που τον δείχνει καθιστό ν’ ατενίζει στοχαστικά το ιστορικό ποτάμι. Σταματώντας κανείς μπροστά σ’ αυτό το άγαλμα φέρνει αμέσως στη σκέψη του τον μεγάλο ουμανιστή και συγγραφέα της περίφημης Ουτοπίας. Η λέξη «ουτοπία» (ου τόπος) φτιάχτηκε από τον ίδιο τον Μορ, για να δηλώσει ότι όσα γράφει στο βιβλίο του δεν συμβαίνουν σε καμία χώρα και ότι η Ουτοπία είναι ένας τόπος φανταστικός. Ο Μορ, επηρεασμένος από την Πολιτεία του Πλάτωνος, έγραψε αυτό το βιβλίο στα λατινικά, στη γλώσσα, δηλαδή, που έγραφαν τότε όλοι οι ουμανιστές, και το δημοσίευσε το 1516. Σήμερα, ακόμη και οι συμπατριώτες του είναι υποχρεωμένοι να καταφεύγουν στη υπέροχη μετάφραση του Paul Turner [1] για να το διαβάσουν. Παλαιότερα, μάλιστα, όπως λέει στην εισαγωγή της μετάφρασής του ο Turner, νόμιζαν οι αναγνώστες ότι το είχαν διαβάσει στο πρωτότυπο, ενώ στην πραγματικότητα το είχαν διαβάσει στη μετάφραση του Ralpf Robinson. Η Ουτοπία είναι ένα βιβλίο που σε κάθε εποχή διαβάστηκε με πολύ ενδιαφέρον και έγινε αφορμή να δημιουργηθεί ένα νέο λογοτεχνικό είδος. Πράγματι, μετά τον Μορ πολλοί συγγραφείς άρχισαν να γράφουν βιβλία, στίχους ή σύντομα κείμενα που κατατάσσονται στο λογοτεχνικό αυτό είδος. Τέτοιες περιπτώσεις μπορούμε, για παράδειγμα, ν’ αναφέρουμε την Πολιτεία του ήλιου του Καμπανέλα, την ημιτελή Νέα Ατλαντίδα του Βάκωνος, το Περί κανιβάλων του Μοντέν ή τον περίφημο μονόλογο που λέει ο Γκονζάλος στην Τρικυμία του Σαίξπηρ [2]. Ακόμη και στον προηγούμενο αιώνα η Ουτοπία του Μορ δεν έπαψε να ασκεί επίδραση, έστω και αν αυτή η επίδραση έστρεψε τους συγγραφείς όχι πια προς το λογοτεχνικό είδος της Ουτοπίας, αλλά προς την αρνητική του πλευρά, την «αντιουτοπία», θα έλεγα. Τα καλύτερα παραδείγματα μιας τέτοιας λογοτεχνίας μάς τα δίνουν ο Θαυμάσιος νέος κόσμος του Άλντους Χάξλευ (ο τίτλος του βιβλίου είναι από φράση της Μιράντας στην Τρικυμία του Σαίξπηρ, «Oh, brave new world») και το πολυδιαβασμένο σήμερα 1984 του Τζορτζ Όργουελ. Το πρώτο δημοσιεύτηκε το 1932 και το δεύτερο το 1949. «Ο Μεγάλος αδελφός», στο βιβλίο του Όργουελ, που σε παρατηρεί σε κάθε σου κίνηση («BIG BROTHER IS WAΤCHING YOU»), λέει ο Turner, είναι μια επιγραμματική διατύπωση που προέκυψε από ένα χωρίο στο δεύτερο βιβλίο της Ουτοπίας: «Ο καθένας έχει τα μάτια του επάνω σου, έτσι είσαι πρακτικά αναγκασμένος να συνεχίζεις τη δουλειά σου και να κάνεις μια σωστή χρήση του διαθέσιμου χρόνου σου» («Εveryone has his eye on you, so you’re practically forced to get on with your job, and make some proper use of your spare time» ).[3]

Ας επιστρέψουμε όμως στον Λόρδο Καγκελάριο του Ερρίκου Η΄ και στο Τσέλσι, που την εποχή του Μορ ήταν ένα μικρό χωριό κοντά στο Λονδίνο. Εκεί, το 1523, ο Μορ αγόρασε ένα αρκετά μεγάλο σπίτι, για την ακρίβεια εκεί που σήμερα βρίσκεται το άγαλμά του, που, καθώς είπαμε πιο πάνω, τον δείχνει καθιστό να ατενίζει τον Τάμεση, όπως ακριβώς λίγα μέτρα πιο πέρα , στον ανδριάντα του, επίσης καθιστός, ατενίζει το ποτάμι και ο Καρλάιλ. Σίγουρα είναι ο πιο παλιός από τους επιφανείς κατοίκους του Τσέλσι. Το σπίτι του Μορ το επισκέφτηκαν, κατά καιρούς, αρκετές προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών. Ανάμεσά τους μπορούμε να αναφέρουμε τον Χολμπάιν τον Νεότερο, που επισκέφτηκε το Τσέλσι κατά το πρώτο ταξίδι του στην Αγγλία και είχε την ευκαιρία να ζωγραφίσει τη χαρούμενη οικογένεια του Μορ και να μας χαρίσει έναν θαυμάσιο πίνακα που σήμερα θαυμάζεται στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου. Μια άλλη προσωπικότητα, των γραμμάτων αυτή τη φορά, που επισκέφτηκε το σπίτι του Μορ ήταν ο μεγάλος ουμανιστής και φίλος του Έρασμος. Την ωραία και αληθινή αυτή φιλία την επιβεβαιώνει όχι μόνο η μακρόχρονη αλληλογραφία τους, αλλά και το γεγονός ότι ο Έρασμος αφιέρωσε το Μωρίας εγκώμιον, το πιο φημισμένο βιβλίο του, στον Μορ. Το βιβλίο αυτό, λέει ο André Maurois στην Ιστορία της Αγγλίας [4], το έγραψε ο Έρασμος κατά τη διάρκεια της φιλοξενίας του στο σπίτι του Μορ. Ένας άλλος μεγάλος επισκέπτης στο Τσέλσι ήταν ο Ερρίκος Η΄, ο οποίος δεν αρκούνταν να είναι μόνο βασιλιάς, ήθελε να συγκαταλέγεται και ανάμεσα στους ανθρώπους του πνεύματος. Πολύ συχνά ‒και ανειδοποίητα μάλιστα‒ η βάρκα του βασιλιά άραζε στην όχθη του Τάμεση για να αποβιβαστεί ο Ερρίκος στο Τσέλσι και να ανταμώσει με τον φίλο του. Εκεί, στο άνετο και ήσυχο σπίτι του Μορ, οι δυο φίλοι θα απολάμβαναν ένα πλούσιο γεύμα και μια πολύωρη συζήτηση πάνω σε θέματα αστρονομίας, λογοτεχνίας, γεωμετρίας, θεολογίας και άλλων επιστημών, συζήτηση, δηλαδή, που θα έκαναν την εποχή εκείνη δυο homines universales. Και για όλα αυτά δεν είχε καθόλου άδικο ο βασιλιάς. Ο Μορ δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος συγγραφέας, αλλά και ένας θαυμάσιος συζητητής. Μαζί του δεν έπληττε κανείς. Ούτε και αυτοί οι αμόρφωτοι άνθρωποι του λαού. Και τούτο γιατί ο Μορ είχε το χάρισμα να περνάει εύκολα από τη συζήτηση δύσκολων και σοβαρών θεμάτων σε μια απλή και γεμάτη αστεία κουβεντούλα. Για το γυναικείο φύλο όμως, αν και κόπιασε πολύ για τη μόρφωση της κόρης του, πρέπει να πούμε ότι δεν θεωρούσε τις γυναίκες, όπως λέει ο μεταφραστής του Τurner, εξ ολοκλήρου λογικά πλάσματα («he never seems to have regarded women as wholly rational creatures») [5]. Kαι αμέσως πιο κάτω αναφέρει την πληροφορία που δίνει ο Έρασμος σχετικά με αυτό το θέμα: «Ο Έρασμος λέει πως όταν μιλούσε σε μια γυναίκα, ακόμη και αν αυτή ήταν η σύζυγος του, κατά κανόνα περιοριζόταν να το ρίχνει στο αστείο» («Erasmus says that when More was talking to a woman, even if it was his own wife, he normally confined himself to making jokes»).

Για να φανεί όμως καλύτερα αυτή η πλευρά του χαρακτήρα του, αλλά και η σπάνια κρίση με την οποία τον είχε προικίσει η φύση, θα διηγηθώ, όσο γίνεται πιο σύντομα, το περιστατικό με τον κλεμμένο σκύλο. Την εποχή που ο Μορ είχε διαδεχθεί στο ύψιστο αξίωμα του Λόρδου Καγκελάριου τον καρδινάλιο Thomas Wesley, η γυναίκα του αγόρασε από κάποιον άνθρωπο ένα μικρό σκύλο και τον έφερε στο σπίτι. Μετά από δυο μέρες παρουσιάστηκε μια φτωχή γυναίκα που ισχυριζόταν ότι ο σκύλος είναι δικός της και ότι αυτός που τον είχε πουλήσει στη γυναίκα του Μορ τον είχε κλέψει απ’ αυτήν. Η σύζυγος του Μορ έλεγε πως η γυναίκα λέει ψέματα και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να δώσει τον σκύλο πίσω. Ο Μορ, αφού διασκέδασε λίγο ή, μάλλον, θα έλεγα, αρκετά με το γυναικείο καβγαδάκι, πήρε το σκύλο κοντά του. «Είμαι Καγκελάριος, δεν είμαι;» έλεγε αυτοειρωνευόμενος. «Θα απονείμω δικαιοσύνη!…». Αμέσως είπε στις δυο γυναίκες να τραβηχτούν τριάντα βήματα δεξιά του η μία και τριάντα βήματα αριστερά του η άλλη. Όταν έγινε αυτό, είπε στις δυο γυναίκες ν’ αρχίσουν να καλούν το σκύλο. Μόλις αυτές άρχισαν να τον καλούν, ο Μορ τον άφησε και ο σκύλος πήγε προς την αριστερή πλευρά, που στεκόταν η φτωχιά γυναίκα, η παλιά του, δηλαδή, κάτοχος. Σίγουρα τέτοια δικαιοσύνη θα τη ζήλευε και ο Σολομών. Εκείνο που δεν θα ζήλευε κανείς είναι η γκρίνια που θα είχε από τη γυναίκα του…

Ο Μορ ζούσε ευτυχισμένες μέρες με τη χαρούμενη οικογένειά του στο Τσέλσι, όταν ο βασιλιάς και φίλος του, που ήταν παντρεμένος με την Αικατερίνη της Αραγωνίας, γνώρισε τον μεγάλο έρωτα στο πρόσωπο της Άννας Μπόλεïν, που ήταν κόρη ενός εμπόρου και διπλωμάτη. Ο παράνομος αυτός δεσμός ήταν γνωστός σε όλη την Αγγλία, όταν το 1525 ο Τόμας Μορ έγινε Λόρδος Καγκελάριος. Τα πράγματα οξύνθηκαν, όταν ο Ερρίκος ζήτησε από τον πάπα να ακυρώσει τον πρώτο γάμο του για να κάνει επίσημη σύζυγό του την Άννα Μπόλεïν. Η άρνηση του πάπα ανάγκασε τον Ερρίκο να κόψει κάθε θρησκευτικό δεσμό με τη Ρώμη, να καταστήσει ανεξάρτητη την αγγλική εκκλησία και να γίνει ο ίδιος θρησκευτικός αρχηγός της. Πρέπει εδώ να προσθέσουμε ότι μια αρκετά μεγάλη μερίδα του αγγλικού λαού είχε έντονη την επιθυμία να απαλλαγεί από τον θρησκευτικό ζυγό της Ρώμης, ενώ από την πλευρά του βασιλιά προσφερόταν μια καλή ευκαιρία να προσθέσει στην κοσμική εξουσία που είχε και τη θρησκευτική.

Ερρίκος Η΄

Στις αρχές του 1531 ζήτησε ο βασιλιάς από το Κοινοβούλιο και τις εκκλησιαστικές αρχές της χώρας του να τον αναγνωρίσουν ως υπέρτατη κεφαλή της αγγλικής Εκκλησίας. Τον Μάιο του 1532, ο Τόμας Μορ, που έβλεπε ότι δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον Ερρίκο και τους άλλους αξιωματούχους της αγγλικής Εκκλησίας από το σχίσμα, παραιτείται από το αξίωμα του Λόρδου Καγκελάριου. Τον Ιανουάριο του 1533 ο Ερρίκος παντρεύτηκε την Άννα Μπόλεïν. Και τα πράγματα θα πήγαιναν καλά, αν τον Μάρτιο του 1534 το Κοινοβούλιο δεν υποχρεωνόταν να ψηφίσει μια Πράξη που όχι μόνο νομιμοποιούσε την Άννα Μπόλεïν ως σύζυγο του Ερρίκου Η΄ και βασίλισσα της Αγγλίας, αλλά και απαιτούσε από τους υπηκόους του βασιλιά να ορκιστούν ότι δεν αναγνωρίζουν σε κανέναν, επομένως και στον πάπα, οποιοδήποτε δικαίωμα στην Αγγλία. Σε όλη την Αγγλία μόνο ο Τόμας Μορ και ο επίσκοπος του Ρότσεστερ δεν έδωσαν αυτό «τον όρκο κυριαρχίας» όπως τον ονόμασαν. Τους φυλάκισαν και τους δύο στον Πύργο του Λονδίνου στις 17 Αυγούστου του 1534. Στη φυλακή διατήρησε ο Μόρ, σαν τον Σωκράτη, τη γαλήνη της ψυχής του και το χιούμορ του, που τόσο άρεσε στον Έρασμο, και έγραψε έναν φιλοσοφικό διάλογο, όπως κάμποσους αιώνες πριν στη φυλακή και ο Βοήθιος (480- 524 μ.Χ.), τoν Περί παραμυθίας της φιλοσοφίας (De Consolatione Philosopfiae). Και αφού αρνήθηκε ως την τελευταία στιγμή να δώσει τον «όρκο της κυριαρχίας» που του ζητούσαν, παρέδωσε το κεφάλι του στον δήμιο (ακόμη και αυτή τη στιγμή όχι χωρίς χιούμορ) στις 6 Ιουλίου 1535.

Ωστόσο, δεν είναι μόνο η ψυχική ηρεμία που κάνει τον Μορ να μας θυμίζει το «σοφόν γερόντιον» της Αθήνας. Υπάρχουν και άλλα που δίνουν το δικαίωμα στους Άγγλους να υπερηφανεύονται πως έχουν και αυτοί έναν άνθρωπο σαν τον Σωκράτη στη δική τους ιστορία του πνεύματος. Πράγματι, δεν έλειψαν από τον Μορ, όπως δεν έλειψαν και από τον Σωκράτη, οι φίλοι που είχαν το χρήμα και τη δύναμη να τον βγάλουν από τη φυλακή και να του εξασφαλίσουν σε κάποια χώρα της Ευρώπης μια ήσυχη ζωή. Και, όπως ο Κρίτων επισκέφτηκε την τελευταία στιγμή τον Σωκράτη στη φυλακή και προσπάθησε να τον πείσει να φύγει, έτσι ακριβώς και η γυναίκα του Μορ πήγε την τελευταία στιγμή στον Πύργο, για να πείσει τον σύζυγό της να δεχτεί να σώσει τη ζωή του. Όταν είδε ότι με κανέναν τρόπο δεν ήθελε να προδώσει την ιδέα για την ενότητα της χριστιανικής Ευρώπης, είπε στον άνδρα της, τον ασυμβίβαστο και μεγάλο ευρωπαϊστή, με πίκρα τούτα τα λόγια, που διαβάζουμε στο θαυμάσιο, ιστορικό βιβλίο του Lacey Baldwin Smith, This realm of England from 1399 to 1688: «Απορώ μ’ εσένα, του λέει, που ενώ πάντοτε σε θεωρούσαν τόσο σοφό άνθρωπο, παρουσιάζεσαι τώρα τόσο ανόητος, ώστε να μένεις εδώ μέσα σ’ αυτή τη στενή και βρόμικη φυλακή, και να είσαι ευχαριστημένος που είσαι μέσα στα ποντίκια και τους αρουραίους, τη στιγμή που θα μπορούσες να φύγεις έξω από την Αγγλία και να χαίρεσαι την ελευθερία σου».

Είναι αλήθεια πως αν ο Μορ και ο Σωκράτης δεν έμεναν πιστοί στις ιδέες τους, σήμερα τίποτα, από όσα έλεγαν και υποστήριζαν, δεν θα μπορούσε να έχει βαρύτητα στους ανθρώπους. Ωστόσο, οι Άγγλοι είναι πάντα Άγγλοι. Έτσι οι πιο πολλοί απ’ αυτούς, όπως μας βεβαιώνει πάλι ο Smith, σήμερα συμφωνούν με τη γυναίκα του Μορ. Και πώς να μη συμφωνούν, όταν ο Τόμας Ελιοτ (που μολονότι είναι Αμερικανός, τον θέλουν και δικό τους) είπε με τη σιβυλλική γλώσσα της ποίησης γι’ αυτούς και για τους άλλους λαούς της δυτικής κουλτούρας του αιώνα του :
We are the hollow men
We are the stuffed men.
Και δεν έχει άδικο, γιατί, πράγματι, ποτέ άλλοτε οι άνθρωποι δεν ήταν τόσο γεμάτοι από ιδέες, πιστεύω και θεωρίες, και ταυτόχρονα τόσο κούφιοι.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1) Thomas More, Outopia (Translated with an introduction by Paul Turner), Penguin Books, London 1965.

2) Σχετικά με αυτό το θέμα μπορεί κανείς να συμβουλευτεί το βιβλίο του Frederic R. White Famous Utopias of the Renaissance, Hendrics House INC., New York 1955.

3) Turner, ό.π. σ. 84.

4) André Maurois, Ιστορία της Αγγλίας (μετάφρ. Τάκη Μπαρλά), εκδ. Σύγχρονη λογοτεχνία, Αθήνα 1954, σ. 185.

5) Turner, ό.π. σ. 14.

6) Οι στίχοι είναι από το ποίημα «Τhe Hollow men» («Οι κούφιοι άνθρωποι»), που δημοσιεύτηκε το 1925 και είναι ένα από τα πιο δημοφιλή ποιήματα του Εliot.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.