Ο ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Μ’ ἕνα δεμάτι στάχυα στήν ποδιά
καί δυό σκισμένα σάνδαλα,
στίς ρητορεῖες τοῦ δειλινοῦ
φανούς κρατῶ ἁγιαστικούς,
μέ φοινικόκλαρα
γράφω ἱστορίες στήν ξερολιθιά.

Τό τί εἶναι ὁ κόσμος∙
φῶς, σκοτάδι ἀνάδρομο, λάβα ἡφαιστείου
ἀπείκασμα Θεοῦ, ἀνθρώπου πυρετός,
καί στό γλαστρί τοῦ ποιητοῦ ὁ δυόσμος;

Φωτογραφία τοῦ χρόνου ὑπερφυσική,
κωμικοτραγικῶν στιγμῶν πολύχρωμο κουβάρι
ἀλήθεια ἁπτή ἤ τυχαιότητα ἁπλή,

κάποιος πού θά γυρίσει τό κεφάλι
πάνω ἀπό τίς σελῆνες τ’οὐρανοῦ
ἔγνοια περίσσια, παραστράτημα τοῦ νοῦ;

Υἱέ τοῦ Ἀνθρώπου, χάρισέ μου
τή δύναμη χωρίς τῆς φύσης μας τά βάρη.
Χάμω δέν ἕρπω μά καί πάνω δέν κοιτῶ
κι ἀποσυνάγωγη δέν θέλω νά βρεθῶ

ἀπό κανέναν κόσμο∙ κι ἄς μέ σφίγγει
σάν σφιχτό ζωνάρι ἡ ἔγνοια, καί
ὁ πόνος του κόσμου
ἄς γίνηκε ὁλότελα δικός μου.

ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΑΤΗΣ

1. ΕΡΩΣ-ΕΡΙΣ

Ὅταν ἀκόμη σκάβει ὁ ἥλιος

Σέ στενό σοκάκι ἐγκλωβίζεται
ἀγέρας ὀξύρροπος
καί τό νεῦρο τοῦ καρποῦ λάμπει
σύρμα ἠλεκτροφόρο
κι ὥς τανύεται, πνεύματα βολβοί ἐκτοπίζονται
καί τριγύρω ἕνα σύννεφο λυγμοῦ
ἄσκεπο ψάχνει γιά ἥσκιο.

Σέ διπλόγουβη κούπα θά μοιράσει τό δάκρυ
πού ἀναδεύεται σάν τό δίκιο στό ζύγι
κι ἀποκλίνει σταθερά
πότε ἀπ’τή μιά πότε ἀπ’τήν ἄλλη.

Ποιός γνωρίζει τό δίκιο;

Δέν ἐπρόλαβε φώνημα νά ἀρθρώσει ἡ φιλότης.
Ρηξικέλευθη σιωπή πέφτει γύρω ἀπότομα
σάν μιά θύρα πού κλείνει καταπρόσωπο.

Τό παράθυρο μόνο ἀνοιγόκλεινε
στῆς ψυχῆς τους τά σκέλεθρα
παρακλαυσίθυρος ἔρως.

2. ΑΜΦΙΛΥΚΗ

Ὅταν παραπλανᾶ τό φῶς

Σάν κερί ἀναμμένο
ἡ καρδιά ἀναλώνεται ἀπόψε
στό μανουάλι τοῦ αἰνίγματος τῆς πρόθεσης
πού στό βάθος τό νοιώθουν δέν εἶχαν.

Καί τό ρῆγμα τήν ψυχή τους
προσμένει ἀνάχωμα.
Ψάχνει ἐκείνη
τή φλόγα νά φωτίσει τά κίνητρα
κάτι στέριο ν’ἀνατείλει στά μάτια
ἀλλά πάλι ἄς εἶναι μία ἔστω
ὑποψία τοῦ πράγματος
στή σκιά τῆς συνείδησης
σάν φλεβίτσα μικρή ἀποκατάστασης.

Διακλαδίζονται ὡστόσο τά ρίγη
σάν ἀντένες στή θύελλα
καί τά πείσματα τρίζουνε κάτω ἀπό τό πέλμα
κι ἕνα γύρω χτυποῦν κατά μέτωπο
ἀνεμάρπαστα λόγια
καί τό σπίτι βουλιάζει.

Ἄραγε ξημερώνει ἤ βραδιάζει;

Ἤδη πέρασε ὕπουλα τά μαβιά της κλωνιά
ἡ ἀμφιλύκη ἀπ’τίς γρίλιες

σάν ἀρχαῖος προφήτης πού ἀναγγέλλει
μές στήν ὄψιμη σύγχυση

θάνατο.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Erik Johansson.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.