Τα χέρια σου φούσκωναν το αίμα στις φλέβες
‒σαράντα χρόνια
δούλευες ακατάπαυστα‒
Εγώ τα ζουλούσα
μέχρι που πάγωνα το αίμα στα σημεία
κι αυτό αμέσως επανερχόταν
-μικρά ποταμάκια αίματος
βουναλάκια που φούσκωναν και ξεφούσκωναν
μια πρόβα σ’ έναν θάνατο
που δεν ήθελα να ζήσω-
Ήταν το παιχνίδι μου.
Όσο γερνούσες ζάρωναν
Είχαν γίνει πια τόσο αδύνατα
Τα μακριά σου δάχτυλα
έμοιαζαν με σκήνωμα
που εγώ αποσχημάτιζα
‒τα χάιδευα τα ζουλούσα
εκείνα τα βουναλάκια αίματος
Κι εσύ με βλέμμα γλυκό, Aγίου
δεν έφερνες καμία αντίσταση
Εγώ μικρή κοινή θνητή
προσπαθούσα εγωιστικά να σε κρατήσω στη ζωή
Όταν εσύ με μάθαινες
το θάνατο να οικειώνω,
το αίμα να μην περιφρονώ.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Lee Friedlander.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.