Την κοιτούσα στα κρυφά με την γωνία του ματιού μου. Αστραφτοκοπούσε καινούργια μέσα στο πολυτελές αυτοκίνητό της. Ψηλή, λιγνή, κοκκινομάλλα με μακριά ξέπλεκα μαλλιά, η Barbie καμάρωνε επιδεικτικά μέσα στα χέρια της Μάρθας απολαμβάνοντας τη μοναδικότητά της. Σαν να ’ξερε πως ήταν ένα παιχνίδι, που εμείς δεν είχαμε.

Η Μάρθα! Γυρνώ πίσω ξανά στα περασμένα. Μοναχοκόρη από σόι ναυτικών με ταξίδια στην Αμερική, ήταν πολύ κακομαθημένη. Έκανε την σπουδαία και επιβλήθηκε ετσιθελικά για αρχηγός σε όλα τα παιχνίδια μας. Πέντε σπόρια κάθε ηλικίας μαζευόμαστε στην αυλή παίζοντας μέχρι να βραδιάσει: Μήλα, βασιλιά με τα δώδεκα σπαθιά, στρατιωτάκια ακούνητα και στο τέλος τις κουμπάρες, το αγαπημένο μας. Έβγαιναν στο προσκήνιο, οι καλύτερες κούκλες μας στολισμένες με τα μπιζού των μαμάδων μας που «δανειζόμαστε προσωρινά», όπως λέγαμε την δικαιολογία, για να ευπρεπίσουμε την σκανταλιά. Η κούκλα της Μάρθας ξεχώριζε. Ήταν μια ενήλικη κούκλα, δώρο εξ Αμερικής που δεν πουλιόταν εδώ ακόμη κι όλο η Μάρθα παινευόταν και μας το κοπανούσε. «Εσείς δεν έχετε Barbie. Δεν σας την δίνω». Κι η κοκκινομάλλα κούκλα, μάς περιγελούσε κοκέτα υποδυόμενη άριστα τους φανταστικούς της ρόλους. Οι δικές μας… κούκλες, πάντα με την ίδια φορεσιά, έμοιαζαν φτωχικές εμπρός στην Υψηλή της Εξοχότητα. Κι η φίλη μας με τον αέρα τής υπεροχής, που της χάριζε η μοναδικότητα της κούκλας της, πυροδοτούσε την άκακη ζήλεια μας.

Εκείνο το καλοκαιρινό απομεσήμερο, έκανε τρομερή ζέστη και παίζαμε μόνες η Μάρθα κι εγώ, παραφυλώντας να μην ξυπνήσουμε τους μεγάλους από τον μεσημεριανό τους ύπνο. Οι κούκλες μας επιστρατεύθηκαν με όλα τους τα αξεσουάρ και το στόμα μας έκοβε κι έραβε ατάκες κλεμμένες από το σινεμά.

Σαν από το πουθενά κι απρόσμενα, πέταξε εκείνη την κουβέντα «Θέλεις να σου χαρίσω τα ρούχα που έφερα σήμερα να ντύνεις την δική σου κούκλα; Να! Πάρε. Είναι δικά σου τώρα».

«Είσαι σίγουρη πως δεν τα θέλεις;» ήλθε αυθόρμητα η άμυνά μου στο απροσδόκητο δώρο της.

«Αφού σ’ τα χαρίζω, σου λέω. Άλλωστε εμένα θα μου φέρει καινούργια ο πατέρας», είπε καμαρώνοντας με σιγουριά.

Ανέλπιστο το δώρο, το δέχτηκα με χαρά αφού γλύκαινε λίγο το παράπονό μου για αυτά που δεν είχα. Έμεινα ώρες να παίζω ξεχασμένη με σκόρπια τα κουκλίστικα ρούχα στο πάτωμα. Έτσι με βρήκε το απόγευμα η μαμά που μπήκε φουριόζα μαζί με την άλλη μαμά… της Μάρθας!

«Καλό μου κορίτσι εδώ τα έχεις τα ρούχα της Barbie; Η φίλη σου κλαίει όλο το απόγευμα λέγοντας πως της τα πήρες» ακούστηκε νευριασμένη η φωνή της κυρίας Μπέτυς.

«Εγώ… Όχι. Η Μάρθα, μού τα χάρισε, κυρία Μπέτυ», είπα φανερά πληγωμένη για την άδικη κατηγόρια της, ενώ η μαμά κοιτώντας με στα μάτια βάλθηκε να εξηγήσει λειτουργώντας πυροσβεστικά πως επρόκειτο για λάθος συνεννόηση.

«Παιδιά είναι, μην τα ξεσυνεριζόμαστε. Η Δώρα θα τα δώσει πίσω. Έτσι δεν είναι Δώρα;» είπε και μου χάιδεψε ενθαρρυντικά τα μαλλιά, όσο η άλλη… η κατήγορος Μπέτυ με δίκαζε για την μετανοημένη απλοχεριά της κόρη της. Τέλος ακούστηκε, λόγια ακαταλαβίστικα μού φάνηκαν έτσι που ήμουν ξαφνιασμένη, η ετυμηγορία της.

«Κυρία Μαρία, είμαι σίγουρη πως η Μάρθα δεν ήθελε να τα χαρίσει για αυτό μην κουράζεστε. Μάλλον η μικρή ζήλεψε και την έπεισε. Πού να δει άλλωστε τέτοια καινούργια παιχνίδια! Εμείς τα φέρνουμε από την Αμερική», είπε η κυρία Μπέτυ με έμφαση και καλημερίζοντας κρύα τη μαμά έφυγε απότομα όπως ήρθε παίρνοντας όμως μαζί της και την «διαφιλονικούμενη»γκαρνταρόμπα της Barbie.

Έκλαψα ώρα πολύ για αυτό το άδικο φέρσιμο. Μα πιο πολύ δεν με πείραξε η συμπεριφορά της μαμάς-Μπέτυς, που την ξέραμε πόσο ξινή ήταν με όλους στη γειτονιά, όσο τα ψέματα της καλύτερής μου φίλης. Γκρεμίστηκε η ιδανική μας φιλία κι η εμπιστοσύνη που της είχα. Κι εκείνη… να με προδώσει έτσι από καπρίτσιο!

Υπέφερα σιωπηλά και μαζεύτηκα στο δωμάτιό μου αμίλητη. H κακοκεφιά δεν με άφησε για μέρες πολλές. Όσο σκεφτόμουν ότι με είπαν και κλέφτρα από ζήλεια, μου ανέβαινε το αίμα στα μάγουλα κι έβραζα μέσα μου.

Από τη μέρα εκείνη δεν ξαναπαίξαμε μαζί όλο το καλοκαίρι. Θέλεις γιατί είχα συγχυστεί και στενοχωρηθεί, θέλεις γιατί περίμενα από εκείνη το πρώτο βήμα, η παρέα μας έληξε έτσι άδοξα κι η παρεξήγηση δεν λύθηκε.

Όσο για την Barbie… Απέκτησα με τα χρόνια μια ντουζίνα κι έβγαλα έτσι το άχτι μου. Με τον καιρό συγχώρεσα και την Μάρθα.

Πόσο δύσκολο είναι τελικά να σε υπολογίζουν όταν είσαι παιδί!

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Arthur Leipzig.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.