Το ποίημα ως μέσο μυθικής αφήγησης αποκτά συχνά την χροιά της ιεροτελεστίας, αφού έχει τη δύναμη ν’ ανοίγει μυστικές διόδους στον αναγνώστη για έναν κόσμο, όπου λέξεις και υλικά, φόβοι και ψυχικά πετάγματα, αναμιγνύονται και συντελούν στη μέθεξη της ανάγνωσης, σμιλεύουν το ανάγλυφο μιας ποιητικής στιγμής που είναι δύσκολο να λησμονήσει ο αναγνώστης. Για ένα τέτοιο ποίημα θα αποπειραθώ να μιλήσω ή μάλλον για την ανεξίτηλη εν(τύπωση) αυτού του ποιήματος μέσα μου.

ΥΑΛΙΚΟΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ

Χρειάζεται μια επίσημη σιωπή
Να εισβάλει μες στο σπίτι
σαν χιονοθύελλα ν’ απλωθεί
και να το κατακλύσει
να βυθιστούνε μέσα της
τα κάδρα, τα φωτιστικά
ν’ ακούγεται μόνον αυτή
κι ό,τι μαζί της φέρνει
-μια περιδίνηση άσκοπη
περιστρεφόμενου χορού
γυάλινης μπαλαρίνας
σε βελουδένια θήκη κοσμημάτων-

Μα η άμμος αναπάντεχα
έρχεται κάθε βράδυ
ντυμένη νήματα γυαλιού
είδωλα αλλοιωμένα
ρινίσματα παλιάς ζωής
φέγγουν μες στο σκοτάδι
που αμέσως σκοτεινιάζουνε
στενεύουν, δεν θυμίζουν
πέφτουνε γύρω μας βροχή
χιλιάδες ροκανίδια
μια πρώιμη εξοικείωση
μ’ αυτό το ξύλινο ένδυμα
που τελευταίο πρόκειται
να μας περιτυλίξει.

Η σιωπή και η άμμος, τα προαιώνια αρχέγονα υλικά, αποτελούν τα κύρια συστατικά αυτού του ποιήματος, μα και η ανυπέρβλητη διαφάνεια του γυαλιού που δεν αποχωρίζεται ποτέ την αιχμηρή του φύση, η γαλήνια επιμονή του ξύλου και η ευγενική παρηγοριά του βελούδου, το καθιστούν αντιπροσωπευτικό της τελευταίας ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου από τις εκδόσεις Κέδρος με τίτλο: «Αφόρετα θαύματα».

Στον κόσμο της κρίσης, του πιο σκληρού ορθολογισμού, της αιώνιας πρόβας και της αβέβαιης διαδρομής η ποιήτρια προσδοκά, επιμένει και καλλιεργεί τα «θαύματα» αφόρετα και μακρινά, όχι όμως άρρητα όσο εξακολουθεί να υπάρχει η γλώσσα της ποίησης. Η συλλογή περιλαμβάνει 40 ποιήματα που διαθέτουν εξαιρετικό ρυθμό και μουσικότητα εκφράζοντας τις προθέσεις της ποιήτριας με τον πιο αρμονικό τρόπο. Νοσταλγία που αγγίζει το φολιδωτό δέρμα της οδύνης, ανάδυση της παιδικής μελαγχολίας, τραύμα και έλλειψη κι ένας βαθύς και ουσιαστικός απολογισμός αποτελούν τους κύριους θεματικούς άξονες της συλλογής.

Μετά τις πολλές αναγνώσεις διέκρινα και οικειοποιήθηκα την άφατη ανάγκη που γεννήθηκε στο παιδί-ποιήτρια, πώς η ανάγκη αυτή διατηρήθηκε ανέπαφη με τα χρόνια και θαύμασα την δεξιότητα με την οποία η ποιήτρια μεταφέρει αυτή τη διαδρομή στον αναγνώστη, πράγμα που καθιστά δυσκολότερη την δική μου ανάλυση για το σύνολο της συλλογής. Προτίμησα να μιλήσω για αυτό το συγκεκριμένο ποίημα που το αγάπησα από την πρώτη ανάγνωση:

Στην πρώτη στροφή η ποιήτρια με σκηνογραφική δεξιότητα στήνει το σκηνικό, επιλέγει τα υλικά, μοιράζει τους δευτερεύοντες ρόλους στα άψυχα μα τόσο συνυφασμένα με την περίκλειστη ζωή αντικείμενα, αφού φυσικά πρωταγωνίστρια είναι η σιωπή. Εκείνη, τον χώρο και τον χρόνο κατακλύζοντας έχει την πρωτοκαθεδρία. Στα σκληρά τοιχώματα της σιωπής –στην οποία καθόλου τυχαία η ποιήτρια προσδίδει το επίθετο «επίσημη» με ό,τι αυτό σηματοδοτεί‒ τα σχήματα και τα περιγράμματα των πραγμάτων συγχέονται, διαστρεβλώνονται όπως κάτω από την χιονοθύελλα ‒πληγώνονται, επανακάμπτουν, αναπλάθονται από τις στάχτες τους για να αποτελέσουν τη φάτνη των στίχων. Το σπίτι, τα κάδρα, τα φωτιστικά με όλους του συμβολισμούς του περίκλειστου βίου βυθίζονται στη σιωπή για να μπορούνε απερίσπαστα να υπηρετήσουν την άσκοπη περιδίνηση γύρω από τη ζωή. Σημαίνοντα και σημαινόμενα των λέξεων στροβιλίζονται μα κοντοστέκονται μπροστά στο εύθραυστο θαύμα της γυάλινης μπαλαρίνας. Τα θρύψαλα που είναι κρυμμένα κάτω από τη συνάφεια και συνοχή των μορίων του γυαλιού ‒μόνο η ποίηση μπορεί να τ’ αναγνωρίσει‒ ακουμπούν σ’ ένα ορμητικό μα συνάμα παρηγορητικό βελούδο.

Το γυαλί που έλκει την καταγωγή του από την ίδια την γη, την μήτρα του κόσμου είναι το διάφανο θαύμα της σοφίας της φύσης. Απομεινάρια αρχαίων βράχων, λάβα προγονικών ηφαιστείων, θρύψαλα άδειων κελύφων και οστράκων, ρημαγμένες φωλιές πουλιών είναι ο κάθε κόκκος άμμου που αποτελεί το πρόσχημα για να στερεοποιηθεί το ποίημα.

Η σιωπή εξακολουθεί να είναι η απαραίτητη συνθήκη για την δεύτερη στροφή (δεύτερη πράξη και φινάλε του ποιήματος) μια σιωπή που χάνει βαθμιαία την ανιαρή και άγονη ορμή της. Εδώ η σιωπή αποκτά σκελετό και ένδυμα, έρχεται κάθε βράδυ Μα η άμμος αναπάντεχα / έρχεται κάθε βράδυ / ντυμένη νήματα γυαλιού /είδωλα αλλοιωμένα/ ρινίσματα παλιάς ζωής/ φέγγουν μες στο σκοτάδι.

Με μια κινηματογραφική ‒Ταρκοφσκική θα την χαρακτήριζα‒ αέρινη ποιητική εικόνα, που όμως διαθέτει έντονη τη δυναμική της δίνης, το ποίημα οδηγείται στην τελική παραδοχή, στην μόνη βεβαιότητα που δεν είναι άλλη απ’ αυτή του θανάτου. Μα ο θάνατος εδώ παύει για λίγο να είναι αμείλικτος και παγωμένος. Μέσω της ποίησης και του παρηγορητικού υλικού, του ξύλου, η συντριβή γίνεται θριαμβευτική, και η πρόβα θανάτου είναι μονάχα μια πρώιμη εξοικείωση /μ’ αυτό το ξύλινο ένδυμα/που τελευταίο πρόκειται / να μας περιτυλίξει.

Η σκληρή και τελεσίδικη σύμβαση του θανάτου μέσω της ποίησης μετουσιώνεται σε πράξη γαλήνια και θωπευτική. Η φαινομενικά άχαρη και πικρή εικόνα στην πραγματικότητα εκπέμπει θαλπωρή. Γίνεται οικεία και στοργική καταφυγή, αν ο αναγνώστης απιθώσει το βλέμμα του στα ψίχουλα του ξύλου, τα ροκανίδια που θα μπορούσαν να είναι βεγγαλικά ή θραύσματα του σαθρού οικοδομήματος που λέγεται ζωή. Η δυνατότητα να μετατραπούν τα κοφτερά θρύψαλα του γυαλιού ‒στίχο με στίχο‒ σε άκακα πριονίδια δεν είναι μια παρηγοριά; Το αιχμηρό μεταπλάθεται μέσω της γραφής σε ένα ευγενικό και στοργικό υλικό που κάποτε ίσως ήταν πεύκο ή λεύκα, πλατάνι ή καρυδιά, μοναδική φωλιά πουλιών και αποικία πεταλούδων.

Η ποίηση ακόμη κι αν δεν μπορεί να αλλάξει το προδιαγεγραμμένο, των ανθρώπων την κοινή μοίρα, ελαφρύνει το άλγος, όπως άλλωστε η εξοικείωση με τον θάνατο λυτρώνει.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.