Μυρσίνη Γκανά, Τα πέρα μέρη, εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2017.

Σκέφτηκα να ξεκινήσω τις σκέψεις μου για το βιβλίο της Μυρσίνης Γκανά από το τέλος, αφού αισθάνομαι ότι ενώνεται με την αρχή, δημιουργώντας μια δυνατότητα κυκλικής ανάγνωσης. Το τελευταίο ποίημα ξεκινάει με τον στίχο «Ευτυχώς που ήρθες» και τελειώνει λέγοντας «Μ’ ακούμπησες στον ώμο/ γύρισα/ και με είδα». Τη συνέχεια μπορούμε να τη διαβάσουμε στην αρχή, στους εναρκτήριους στίχους της συλλογής. «Μαζί σου μόνο/φοράω το δικό μου δέρμα». Δύο στίχοι που στέκουν προμετωπίδα στην είσοδο του χώρου, στα πέρα αλλά και τα εδώ μέρη.

Καθ’ όλη τη διάρκεια των αναγνώσεων του βιβλίου, ήταν πολλές οι φορές που σκέφτηκα ότι έχουμε μπροστά μας την απόδειξη μιας αναλυτικής διαδικασίας. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για το χρονικό της αναζήτησης εαυτού και ενός νέου αυτοπροσδιορισμού, της ανάγκης μιας καινούριας υπόστασης. «Οι νύχτες ήταν πολύ μικρές/ τις μέρες οι λέξεις έμεναν μετέωρες/ κανένας δεν τους άνοιγε./ Ερχόμουν, έφευγα,/ πόλεις, νησιά, αεροπλάνα για άλλες χώρες,/ με διακεκομμένες/ όλες/ οι διαδρομές που οδηγούσανε σε σένα. Πηδούσα με χάρη τα κενά/ από οθόνη σε οθόνη άστραφταν/ τα πετράδια που έδειχναν το δρόμο/ τα μάζευα και τα φορούσα/ στο λαιμό, στ’ αυτιά, στα δάχτυλα, να φτάσω άλλη, εκτυφλωτική, σαν κοριτσάκι που έγινε γυναίκα». Και παντού οι λέξεις. Άλλοτε λυτρωτικές και άλλοτε αντίπαλες, «ρίχνοντας στα πάντα μια σκιά/ λέγοντας αυτό που δεν ήθελες να πεις,/ οι αχάριστες».

Και ο χρόνος που συναντάμε το ποιητικό υποκείμενο, ενεστώτας. Ακούμε το ρολόι, «στη θέση της καρδιάς/ ακούω διαρκώς τους χτύπους του/ που λένε/ τώρα, τώρα, τώρα». Και ο παροντικός χρόνος του ποιήματος συμπίπτει με τον πραγματικό χρόνο. Γράφει η ποιήτρια: «Το φθινόπωρο αυτό/ θα καταθέσουμε τα τάματα./ [..] Προσδοκούμε/ χειμερινή ανάσταση κι αποκατάσταση των αρχικών λειτουργιών».

Το φθινόπωρο αυτό, λοιπόν, η Μυρσίνη Γκανά καταθέτει την πρώτη της ποιητική συλλογή, η οποία διατρέχεται από ένα λόγο φωτεινό, ακόμα και στα πιο σκληρά ποιήματα. Ρήματα τοποθετημένα με προσοχή, δίνουν ρυθμό στη δράση και βρίσκουν κατευθείαν κέντρο. Χωρίς περιγραφές και λεπτομέρειες, μια κίνηση διαρκής με στόχο τον πυρήνα. Ένας λόγος καθαρός, η οικονομία του οποίου μας επιτρέπει να εισχωρήσουμε στο νόημα και να αφεθούμε στη ζηλευτή δεινότητα εικονοπλασίας της ποιήτριας. Ουσιαστικά μεστά και επίθετα που χρησιμοποιούνται με φειδώ, ώστε να ακολουθήσουμε την απλότητα που χαρακτηρίζει μια εξομολόγηση, όταν πια έχει καθαρίσει από ενοχές, θυμούς και αμφιβολίες. Σαράντα τρία ποιήματα μικρής έως μεσαίας κυρίως έκτασης, εκ’ των οποίων μόνο ένα έχει τίτλο και, μάλιστα, όχι στα ελληνικά. Le jour se lève, η μέρα ξεκινάει και ξεκινάει σε μια γλώσσα όχι μητρική. Και η μέρα αυτή της γλώσσας είναι σαν «Κάτι μέρες/ που δεν σηκώνονται/ πέφτουν επάνω σου/ υγρό, βαρύ βαμβάκι/ μανδύας εξαφάνισης/ Κάτι μέρες αναδύονται/με λάμψεις, κρότους και αχνούς/ σε αγκιστρώνουν και σε σέρνουν/ σπαρταρώντας./ Και κάτι άλλες/ πήζουν γύρω σου/ κολλάν’ στα δάχτυλα, στα χείλη/ και δεν τις ξεπλένει τίποτα./ Δόξα Σοι, Κύριε/ για όσες μας αφήνουν ήσυχους.»

Θέλοντας να σημειώσω το θεματικό στίγμα της συλλογής, καταγράφω την έννοια του έρωτα αλλά και την ενασχόληση με τις λέξεις. Θέματα που δυσκολεύομαι να δω διαφορετικά και αναπόσπαστα. Έχουν και τα δύο μια οντολογική υπόσταση και αποτελούν τα βασικά συστατικά της υπαρξιακής αναζήτησης. Σκέφτομαι ότι μέσω των λέξεων, με τη μορφή της ποίησης ή με τη μορφή της απεύθυνσης προς τον σημαντικό άλλο, το γράφον υποκείμενο απομακρύνεται από τους τόπους αυτούς που κάποτε ήταν παροντικοί αλλά τώρα απαρτίζουν «τα πέρα μέρη». Οι λέξεις φέρουν τον έρωτα, οι λέξεις φέρουν και τα ποιήματα. Άλλωστε, είναι γνωστή η βαθιά αλληλεγγύη και συνάφεια του έρωτα με τον ποιητικό λόγο, όπως τη συναντάμε στα γραπτά φιλοσόφων και ψυχαναλυτών. Ο Λακάν έχει μιλήσει για το ερωτόλογο (la parole d’ amour). Η ερωτική φράση κινητοποιεί τη γλώσσα, ο έρωτας υφίσταται όταν λεκτικοποιείται. Η ερωτική συνύπαρξη έχει ως προϋπόθεση την ερωτική εξομολόγηση. Και ο έρωτας δεν είναι άλλο από τη συνθήκη εκείνη που μας κάνει να αλλάζουμε γλώσσα. Αποκτούμε την εμπειρία του κόσμου με βάση τη δυαδικότητα. Ο λόγος που χρησιμοποιούμε στην ενική μας μορφή, μεταλλάσσεται και παρατηρούμε τον κόσμο και τα βιώματά μας με βάση τη διαφορά και όχι την ταυτότητα. Η ισορροπία βρίσκεται όταν οι δύο περπατούν παράλληλα και φτιάχνουν καινούριες λέξεις, ο καθένας όμως με το δικό του όργανο εκφοράς.

Κάποιες φορές βέβαια, επιβάλλεται η απόσταση, ο χώρος για επαναπροσδιορισμό και ανασυγκρότηση. Λέει η ποιήτρια : «Μου έκοβες/ τη γλώσσα/ από τη ρίζα/ σιγά σιγά./ Έφυγα/ και βρήκα/ μια άλλη/ που να δονεί/ το σώμα μου/ μα δίχως να περνάει/απ’ το δικό σου στόμα». Το ποιητικό υποκείμενο, άφησε τα πέρα μέρη και από εδώ δηλώνει πια πως «Μαζί σου μόνο/ φοράω το δικό μου δέρμα». Και αυτή η απεύθυνση ποικίλλει. Διέπεται από αυτοαναφορικότητα, μια ομολογία στον νέο εαυτό. Μπορεί όμως, να είναι και μια παραδοχή, ένα καλωσόρισμα στον σημαντικό άλλο, που ήρθε ακολουθώντας την παρότρυνση. «Γι’ αυτό σου λέω,/ ξέχνα το σκυλί/ ας γίνουμε κατοικίδια/ ο ένας για τον άλλο». Αφού όμως, μιλάμε για την πρώτη ποιητική συλλογή μιας δημιουργού, γιατί να μην σκεφτούμε πως αυτή η δήλωση αυτογνωσίας, μπορεί να είναι ακόμα και μια απεύθυνση προς την ποιητική τέχνη. Μια συνειδητοποίηση εαυτού, η οποία θα γίνει συνοδοιπόρος της ποιήτριας, στα μετέπειτα βήματα της στον δρόμο των λέξεων.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.