Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο απορροφητήρας. Έβγαζε έναν ήχο μονότονο και επαναλαμβανόμενο, λες και ο αέρας προσπαθούσε να απεγκλωβιστεί από κάπου, χωρίς να τα καταφέρνει. Μετά από λίγο το συνήθιζε και δεν του έδινε σημασία. Ούτως ή άλλως, ήταν το μόνο μέρος που του επέτρεπε να καπνίζει.

Έκανε να τον κλείσει, αλλά είδε τις στάχτες σκορπισμένες στα μάτια της κουζίνας. Τις φύσηξε, και όπου είχαν μείνει υπολείμματα τα σκούπισε με το δάχτυλό του.

Δεν είχε τασάκι. Ποτέ δεν θυμόταν που τα έβαζε η Τόνια. Πήρε ένα ποτήρι από τα άπλυτα, έβαλε λίγο νερό και βύθισε το τσιγάρο, που μεταλλάχθηκε σε μια κίτρινη γόπα με λασπωμένο καπνό.
Αν κάτι τρέλαινε τη γυναίκα του, ήταν όταν κάπνιζε στην τουαλέτα. «Μην τα αφήνεις πάνω στον νιπτήρα ρε Αλέξη, το ξέρεις ότι με αηδιάζουν. Σβήνε τα και πέτα τα », του γκρίνιαζε συχνά . Δεν είχε πρόβλημα που κάπνιζε. Ούτως ή άλλως και αυτή κάπνιζε πριν μείνει έγκυος. Αλλά το τσιγάρο στην τουαλέτα; Και ιδιαίτερα ο τρόπος που το έσβηνε με νερό, και το άφηνε να στέκει όρθιο στον νιπτήρα, λερώνοντας το μάρμαρο με την πίσσα που ξέρναγε η γόπα, δεν το άντεχε.

Το μάτι του έπεσε στην λάμπα του απέναντι πεζοδρομίου. Τόσα χρόνια σε αυτή τη γειτονιά, δεν την είχανε φτιάξει. Και ας είχανε πάρει χιλιάδες φορές τον Δήμο να κάνουν παράπονα. Κάποτε σταμάτησαν να προσπαθούν, και συνηθίσανε στην ιδέα της συνεχής εναλλαγής χρωμάτων του απέναντι δρόμου.

Η λάμπα άναβε και έσβηνε. Άναβε και έσβηνε.

Ο δρόμος μια έπαιρνε ένα κιτρινωπό φως που χυνόταν στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, στους πράσινους κάδους σκουπιδιών, και τις νεραντζιές, και μια σκοτείνιαζε και έβαφε τα πάντα μαύρα. Μαύρα αυτοκίνητα, μαύροι κάδοι, μαύρες νεραντζιές. Ή τουλάχιστον έτσι φανταζόταν το μάτι του μυαλού του, ενώ κοίταζε τις μαύρες σκιάσεις των αντικειμένων που πριν από λίγο λουζόντουσαν στο φως.
Είχε μια περίεργη αίσθηση, πως όταν ξανάναβε η λάμπα θα έβλεπε κάτι διαφορετικό. Μια παρέα, ένα τραπέζι στρωμένο με φαγητά, παιδιά να παίζουν, γιαγιάδες να κουβεντιάζουν ήσυχα στα σκαλοπάτια των σπιτιών. Μα όταν εκείνη ξανάναβε, πάλι τα ίδια αντικείμενα έπαιρναν την κίτρινη απόχρωση της νύχτας στην πόλη. « Το κίτρινο της κατσαρίδας», έλεγε, γιατί στο μυαλό του είχε συνδυάσει αυτήν απόχρωση με τις κατσαρίδες. Ένιωθε ότι αγαπούσαν αυτό το χρώμα, σαν να ήταν το φυσικό τους περιβάλλον, το μέρος που τους ταίριαζε, και όχι τα σκοτάδια των υπονόμων ή των τοίχων.

Άναψε άλλο ένα τσιγάρο, ενώ η λάμπα του πεζοδρομίου συνέχιζε το μονότονο παιχνίδι της.

Άναβε και έσβηνε. Άναβε και έσβηνε.

Είχε προσπαθήσει να χρονομετρήσει τα διαστήματα που η λάμπα ήταν αναμμένη, και τα διαστήματα που ήταν σβηστή. Ποτέ δεν βρήκε συγκεκριμένο χρόνο. Η λάμπα έπαιζε με τους δικούς της κανόνες. Πότε θα τρεμόπαιζε για δευτερόλεπτα πριν ξεψυχήσει, πότε θα άναβε για δύο λεπτά και πότε για δεκαπέντε. Οι αποκλίσεις ανάμεσα στους χρόνους ήταν τυχαίοι. Του άρεσε αυτό, γιατί όταν οι σκέψεις δεν πλημύριζαν το μυαλό του, είχε βρει ένα παιχνίδι, και έβαζε στοίχημα με τον εαυτό του, σε πόσο χρόνο θα ανάψει η λάμπα, και σε πόσο θα σβήσει. Δεν κέρδιζε συχνά, αλλά όταν αυτό γινόταν, ένιωθε μια μικρή νίκη, μια δικαίωση για τον σωστό υπολογισμό του.

Στη κουζίνα το μόνο που φώτιζε ήταν η καύτρα του τσιγάρου του. Μια μικρή κόκκινη μπαλίτσα που μετακινιόταν από τον απορροφητήρα, στο στόμα του, με μικρές στάσεις πάνω από το ποτήρι με το νερό, και πάλι πίσω. Μια ακανόνιστη κίνηση, που αν κάποιος την παρατηρούσε από το απέναντι πεζοδρόμιο, σίγουρα θα αναρωτιόταν τι ήταν.

« Τι κάνεις τέτοια ώρα πάλι ξύπνιος;», του είπε σαν υπνωτισμένη και πήγε στη βρύση. Ο Αλέξης δεν μίλησε. Και να μιλούσε, το πιο πιθανό ήταν εκείνη να το είχε ξεχάσει το πρωί. Η Τόνια πήρε ένα ποτήρι από το πάσο. Άφησε την βρύση να τρέξει και το μισογέμισε, πίνοντας λίγο και χύνοντας το υπόλοιπο. Το ξαναέβαλε στην θέση του, και σέρνοντας τα πόδια της μέσα στις παντόφλες γύρισε στην κρεβατοκάμαρα.

Ο Αλέξης συνέχισε να κοιτάει έξω από το παράθυρο χωρίς να της, δώσει καμία σημασία.
« Τι κάνω τέτοια ώρα ξύπνιος ;» αναρωτήθηκε μετά από λίγη ώρα.

Στο μυαλό του ήρθαν όλες οι σκέψεις που προσπαθούσε να διώξει τον τελευταίο καιρό. Είχαν στοιβαχτεί σαν ρούχα σε ντουλάπα, γεμίζοντας την ασφυχτικά μέχρι πάνω, και τώρα η πόρτα έσπασε, και τα ρούχα χυθήκανε όλα μαζί, βρώμικα και μπερδεμένα στο πάτωμα.

«Πως θα το μεγαλώσεις το παιδί χωρίς πατέρα; Χωρίς λεφτά; Να σε βοήθαγε και καμιά μάνα σου, να πω πάει στο διάολο. Ο καθένας για την πάρτυ του Τονίτσα. Μόνο εγώ… μόνο εγώ ήμουν για σένα, αλλά γαμηθήκανε όλα. Δεν έφταιγα εγώ, το ξέρεις. Δεν έφταιγα…»

Και η λάμπα απέναντι άναβε και έσβηνε. Άναβε και έσβηνε.

Κι ο Αλέξης όμως άναβε και έσβηνε.

Το είχε παρατηρήσει η Τόνια. Καιρό τώρα, μια θα τον έβλεπε στην κουζίνα να καπνίζει πάνω από ένα ποτήρι νερό, και μια θα χανόταν. Μια θα μύριζε τον ιδρώτα του, τα μαλλιά του, την ανάσα του σαν να υπήρχε ακόμα εκεί, μια δεν θα μύριζε τίποτα, παραμόνο τα βρώμικα πιάτα ή κάποιο φαγητό που θα είχε αφήσει έξω από το ψυγείο.

Στην αρχή είχε τρομάξει. «Μετατραυματικό σοκ», της είπε η ψυχίατρος. Άρχισε να μην δίνει πολύ σημασία. Με τον καιρό δεν θυμόταν και πολλά όταν ξυπνούσε. Μόνο μια αφηρημένη αίσθηση απώλειας, σαν να είχε χάσει ένα πολύτιμο αντικείμενο σε κάποιο μπερδεμένο όνειρο.

Στο τέλος δεν θυμόταν ότι αυτός κάθε βράδυ, άναβε και έσβηνε.

Ώσπου ήρθε μια μέρα που δεν ξανάναψε η λάμπα. Κανείς δεν ήξερε πια τι μπορεί να συμβαίνει κάτω από αυτό το σεντόνι μαύρου των απέναντι σπιτιών. Μπορεί ένας ληστής, εκμεταλλευόμενος το σκοτάδι να προσπαθούσε να διαρρήξει κάποια εξώπορτα, κάποιο πρεζάκι χαμένο στη δικιά του νιρβάνα να έπαιρνε τη δόση του σωριασμένο στα πλατύσκαλα, ή ένα απόκοσμό πλάσμα που ανέπνεε μόνο μέσα σε σκιές να περίμενε κάποιον αθώο περαστικό για να τον κατασπαράξει.

Μετά από εκείνη την αλλαγή χάθηκε σιγά σιγά και ο Αλέξης. Στην αρχή άναβε κάποιες φορές, αλλά σαν να είχε χάσει την ζωντάνια του. Στη συνέχεια έγινε διάφανος. Σχεδόν μπορούσε να δει μέσα του τον καπνό που κατέβαινε στα πνευμόνια του, και ξαναέβγαινε παιχνιδίζοντας από το στόμα του. Έπειτα το μόνο που υπήρχε ήταν κάποιες εκλάμψεις, σαν αποτυχημένες προσπάθειες να ανάψει κάποιος ένα σπίρτο. Και στο τέλος ούτε και αυτό. Το μόνο που αχνοφαίνονταν, ήταν μια κόκκινη μπαλίτσα, που πηγαινοερχόταν νευρικά μες στην κουζίνα.

Μετά από μερικές μέρες, ο Δήμος αποφάσισε να αλλάξει τη λάμπα, και όλη την κολόνα μαζί, η οποία φώτιζε πλέον ένα εκτυφλωτικό άσπρο φως, ξεγυμνώνοντας τα πάντα, και κάνοντάς τα να φαίνονται πεζά, αδιάφορα.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.