Θα σας πω μια ιστορία που μοιάζει με παραμύθι, για έναν φίλο μου. Κάποτε υπήρχαν μυθικά πλάσματα· ναυτικοί που ταξίδευαν ως τα πέρατα της Γης, ή και μέχρι τον παραδίπλα όρμο ακόμα, γυρνούσαν με ιστορίες για λογής λογής πλάσματα που εσύ δεν θα ’βλεπες ποτέ, άμα σου έλεγαν άλλοι γι’ αυτά, και με τη σειρά τους οι άλλοι δεν θα τα έβλεπαν ποτέ, έτσι και τους μίλαγες γι’ αυτά εσύ: ιχθυοκένταυροι, γοργόνες, ο θαλάσσιος επίσκοπος κι ο εξάδελφός του ο θαλάσσιος καλόγερος. Ένα τέτοιο πλάσμα γνώρισε αυτός ο φίλος που σας λέω… Μα, ας πάρω τα πράγματα από την αρχή.

Ήταν σε διακοπές· μόνος εκείνη τη χρονιά γιατί έτσι το ’χε επιλέξει, με ένα πικρό διαζύγιο πίσω του. Νωρίς κάθε πρωί, με σαγιονάρες και με μια πετσέτα ριγμένη στον γυμνό του ώμο, κατέβαινε σε μια μικρή ακρογιαλιά αγκαλιασμένη από βράχους, το Κρυονέρι. Άφηνε στην άμμο την πετσέτα και βουτούσε στο νερό, που ήταν όνομα και πράγμα· ανατριχιασμένος ώσπου να κάνει μερικές απλωτές και να συνηθίσει, μα ανακουφισμένος επίσης, γιατί με το κρύο ένιωθε να φεύγουν αποπάνω του σαν νεκρά λέπια ο θυμός κι ο πόνος. Κολυμπούσε αδέξια αλλά είχε αντοχή: μπορούσε να κολυμπά σερί ένα μισάωρο, αν όχι γρήγορα, τουλάχιστον επίμονα.

Το πρωί που αρχίζει τούτη η ιστορία, το έβδομο των διακοπών του, κατέβηκε στο Κρυονέρι νωρίς όπως όλα τα προηγούμενα πρωινά, πριν από τις οχτώ, γιατί του άρεσε να έχει για λίγο δικές του την άμμο και τη θάλασσα. Έριξε πρόχειρα την πετσέτα στην παραλία κι έκανε να βουτήξει, μα τότε είδε μια κοπέλα να ξεπροβάλλει από πίσω από ένα βράχο μες στο νερό, που τον λένε Μεγάλο Κουντρί. Συνήθως δεν έβλεπε άλλον να κολυμπάει τόσο νωρίς, μα δεν ήταν αυτό, ό,τι τον έκανε να μείνει ασάλευτος, κοιτώντας σάμπως ό,τι πλησίαζε να μην ήταν απλώς μια κοπέλα, αλλά ένα άγνωστο πλάσμα της θάλασσας. Έκανε κρόουλ με τα χέρια μόνο, λυγίζοντας και τεντώνοντάς τα με χάρη και δύναμη, κι όλο το υπόλοιπό της κορμί κυμάτιζε στο νερό σαν του δελφινιού, ωθώντας την μπρος αβίαστα· λες και το υδάτινο στοιχείο ήταν το φυσικό της, και τον αέρα τον χρειαζόταν μονάχα για να ανασαίνει γιατί από λάθος, αντί να της δοθούν σπάραχνα, της δόθηκαν πνευμόνια.

Σαν να ένιωσε το βλέμμα του, στάθηκε, και τότε αυτός βούτηξε και την πλησίασε, νιώθοντας δυο φορές πιο αδέξιος στο κολύμπι, απ’ όσο ήταν. Κοιτώντας την από πιο κοντά τώρα, το πρόσωπό της του φάνηκε μικρού κοριτσιού τη μια στιγμή και ώριμης γυναίκας την άλλη. Το χαμογελαστό της στόμα ήταν κοριτσίστικο, αλλά στη ματιά της υπήρχε γυναικείο μέστωμα και μια ψιθυριστή θλίψη.

«Κολυμπάς σαν γοργόνα», της είπε.

«Είμαι γοργόνα», του απάντησε.

«Πώς σε λένε;» τη ρώτησε.

«Άριελ», του είπε γελώντας. «Κι εσένα;»

«Στέφανο», είπε, απογοητευμένος με το πεζό του όνομα ακόμα πιο πολύ απ’ ό,τι με το άγαρμπο κολύμπι του.

«Κάνεις διακοπές εδώ, Στέφανε;»

«Ναι. Δεν σ’ έχω ξαναδεί».

«Ήρθα χτες βράδυ».

«Πόσο θα μείνεις;»

«Δυο βδομάδες, λέω».

«Θες να βγούμε λίγο έξω στην παραλία;»

«Δεν μπορώ. Πρέπει να γυρίσω – με περιμένουν».

«Θα ’ρθεις κι αύριο;»

«Ναι».

Γλίστρησε προς τα πίσω, κυματίζοντας στην επιφάνεια του ακύμαντου νερού, κι αυτός είχε μείνει ακίνητος και την κοιτούσε.

Το επόμενο πρωί ξεπρόβαλε από πίσω απ’ το Μεγάλο Κουντρί την ίδια ώρα περίπου, κι ο φίλος μου ήταν εκεί και την περίμενε. Αυτή τη φορά μίλησαν πιο πολύ, μα, όταν της πρότεινε ξανά να βγουν για λίγο έξω στην παραλία, εκείνη του ’δωσε πάλι την ίδια απάντηση κι έφυγε. Για να μην πολυλογώ, το ίδιο επαναλήφθηκε για τέσσερα συνεχόμενα πρωινά, και κάθε φορά την κοίταγε σαστισμένος να φεύγει· ώσπου το πέμπτο πρωί αποφάσισε να την ακολουθήσει. Την άφησε να ξεμακρύνει λιγάκι, κι έπειτα έβαλε τα δυνατά του για να μην τη χάσει. Από μακριά, την είδε να φτάνει στη μεγάλη παραλία, που ένας μικρός κάβος τη χώριζε απ’ το Κρυονέρι. Φαινόταν τοσηδά από τούτη την απόσταση, όμως όχι τόσο μικρή ώστε να μην τη δει, που σύρθηκε μέχρι έξω στην άμμο και δύο άντρες τη σήκωσαν και την κάθισαν σε μια αναπηρική καρέκλα.

Το επόμενο πρωινό την περίμενε, και δεν είχαν ανταλλάξει δυο τρεις κουβέντες, όταν της είπε ξαφνικά:

«Θες να με παντρευτείς;»

«Δεν ξέρεις», του είπε.

«Ξέρω», της απάντησε.

Έφυγε φοβισμένη, όμως την επομένη και τη μεθεπομένη ξανάρθε, κι ο φίλος μου έκανε πάλι την πρότασή του με τον ίδιον τρόπο που κολυμπούσε: αδέξια αλλά επίμονα.

Τώρα έχουν πέντε χρόνια μαζί και τους βλέπω πού και πού. Ο φίλος μου ακόμα τη φωνάζει περισσότερο Άριελ και λιγότερο με το κανονικό της όνομα, το μοναδικό που είχε προτού ένα αυτοκινητικό ατύχημα τη μεταμορφώσει σε γοργόνα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: “Γοργόνα” του Koloman Moser (1914).]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.