Γνωρίζω τους κανόνες του παιχνιδιού. Η μάνα κοιτάζει τους δείκτες, η ώρα χτυπάει ρυθμικά τα τακούνια, τα χείλη της βάφονται κόκκινα, τα σουφρώνει συνωμοτικά και φέρνοντας τον δείκτη κάθετα, λέει «Σςςς», «Σαν καλό παιδί», λέει και κλειδώνει.

Δεν αργούν συνήθως, δεν χτυπούν το κουδούνι, εκείνη ψιθυρίζει, αυτοί φωνάζουν και εκείνη τους λέει «Σςςς», «Σαν καλό παιδί», λέει και γέλια μπλέκονται στη γλώσσα, ανάσες μπλέκονται στο δέρμα, λέξεις μπλέκονται στον καπνό, διασχίζουν τον διάδρομο, γαργαλάνε τα ρουθούνια μου. Τρέχω προς την πόρτα, με το δεξί κορδόνι μου λυμένο, πιέζω το μάγουλο στην ξεφτισμενη λαδομπογιά κι ευθυγραμμίζω το βολβό στην κλειδαρότρυπα. Το πόμολο πιέζει το κούτελο, σκύβω αναγκαστικά, γιατί οι γραμμές της ηλικίας στην κάσα όλο και ψηλώνουν, γιατί οι σκλήθρες του ξύλου γδέρνουν και γδέρνονται στο αγκαθωτό μου πηγούνι, γιατί το σεντόνι το ξημέρωμα κολλάει κι η μάνα λέει «Σςςς», «Σαν καλό παιδί», λέει και με τυλίγει στο στρίφωμα της φούστας και περνάει τη βελόνα στα μαλλιά μου και το παντελόνι είναι μικρό και το παπούτσι είναι στενό και το κλειδί —για πρώτη φορά— ελεύθερο στην κλειδωνιά.

Πριν φτάσω τα φώτα σβήνουν. Φτάνω και σβήνει εκείνος. Ο τυχαίος. Ο κάποιος. Οι κανόνες βιάζονται. Τα χείλη μου βάφονται κόκκινα, σαν τα δικά της. Μένουμε πάλι οι δυο μας, της τείνω τα χέρια μου, χέρια εφήβου με βρώμικα νύχια, διστάζει κι όμως λέει «Σςςς», «Σαν καλό παιδί», λέει και πιάνει να με πλύνει.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.