Ένα καθαρό αίσθημα
πάντα θα υπερέχει

Ο Μάξιμος ανήκει στην γεμάτη ελπίδες γαλλική νεολαία. Κάθε πρωί κατακτά τους δρόμους του Παρισιού μ’ ένα παράξενο βιολί. Εκτελεί όλα τα έργα με απαράμιλλη επιδεξιότητα. Και όλοι τον χειροκροτούν και όλοι έχουν έναν καλό λόγο να πουν για τον Μάξιμο της οδού Σαιντ Μαρτίν.

Ο νεαρός βιολιστής βρέθηκε νεκρός. Είχε μια σφαίρα καρφωμένη στο στήθος του και μερικά άνθη στόλιζαν παράξενα αυτόν τον μικρό Χριστό. Η σορός του παρέμεινε στην άκρη του δρόμου ως αργά το βράδυ. Τότε οι νυκταγωγείς που φροντίζουν όλες τις παράξενες ψυχές φάνηκαν στο πλάι του. Πώς φρόντισαν το ματωμένο του κορμί, πώς τίμησαν αυτόν τον μικρό Εσταυρωμένο της οδού Σαιντ Μαρτίν. Ήταν αγγελικός ο τρόπος που τον αγάπησαν.

Όλη του η μουσική είναι μια τρυφερή χειρονομία. Μια πράξη εμπιστοσύνης προς τ’ άστρα. Ο Μάξιμος δεν έχει πατρίδα, δεν κατάγεται από κανένα μέρος. Εβένινος, με μάτια κοχύλια, γεμάτα απ’ τον θόρυβο της θάλασσας, υψώνει κάθε πρωί ένα καινούριο πάνθεον. Οι περαστικοί, που καθώς πάντα παρασυρμένοι από το ρεύμα του κόσμου κάτι σπουδαίο φιλοδοξούν, υποψιάζονται τη θαυματουργή του φύση. Στέκουν απέναντι απ’ τ’ όνειρό του και αργά, δίχως θόρυβο ανακαλύπτουν τις πιο τρυφερές εκδοχές της ζωής. Ο Μάξιμος φτιάχνει ποιήματα, ο Μάξιμος κρύβει ολόκληρες γλυπτές ιστορίες μες στα νερά του ποταμού. Στον βυθό του καναλιού, σαν κάποιος που αγάπησε μια Άννα φυλά τους πολύτιμους θησαυρούς του.

Η πομπή ξεκίνησε από την εκκλησία του Αγίου Γερμανού. Ακολούθησε τους πιο μικρούς δρόμους, χάθηκε στα στενά της πόλης. Στην Σαιντ Μαρτίν όλοι μαζί θρηνήσαν για τον Μάξιμο και τις νικημένες συγχορδίες του. Μια ολόκληρη συμφωνία εξελίχθηκε εκεί ακριβώς, στη γωνιά του δρόμου. Κορίτσια από τόπους εξωτικούς, χορευτές μ’ ελαστικά σώματα που πατούν πάνω στα ημιτόνια για ν’ ανέβουν στ’ άστρα τίμησαν τον βιολιστή. Τώρα που όλες οι πιθανότητες εκμηδενίστηκαν, τώρα που ο Μάξιμος δεν είναι παρά το μικρό πετράδι στα μαλλιά της Βερενίκης, μπορούν τα παραμύθια να λάμψουν και πάλι στο στερέωμα.

Εκείνο το μοιραίο πρωινό, τα δάχτυλα του Μάξιμου πετούσαν. Και όλοι έχουν μια ανάμνηση απ’ εκείνον που άλλαζε όψη διαρκώς. Και κάθε τόσο θύμιζε και ένα άλλο στοιχείο αυτής της φύσης. Πότε γινόταν άνεμος και σ’ ένα κρεσέντο θυσίαζε όλη του την ύπαρξη. Και άλλοτε ησύχαζε σαν νερό, μέσα του έφεγγε διάφανος ο βυθός. Τότε, μες στην ειρηνική του ύπαρξη σηκώνονταν τρομερές πυρκαγιές και στ’ όνομά του προσεύχονταν τα κορίτσια που για το τίποτε μπορούν να αγαπήσουν και να πεθάνουν. Ο Μάξιμος περνά μέσα απ’ τη σάρκα του πλήθους, σε μια συγχορδία επάνω ποντάρει τη ζωή του την ίδια. Μια τέτοια ώρα όλες οι χειρονομίες είναι πράγματα περιττά. Μια τέτοια ώρα όλα γίνονται τρυφερότερα και τα δυο του μάτια θυμίζουν τ΄αστρικά της παιδικής μας ηλικίας, τις φόρμες που νικήθηκαν.

Ήρθαν ορχήστρες απ΄το Μπίσκρα και μια γαλάζια οπτασία στάθηκε στο πλάι του. Μέσα απ’ τα ηχεία αυτού του κόσμου ο Μάξιμος κατακτά την αθανασία. Τώρα κατοικεί στην κόψη μιας σονάτας, τώρα ο Μάξιμος χάνεται στο βάθος του δρόμου που ο ίδιος χάραξε. Ένα μικρό γυάλινο θέατρο καταμεσίς της καρδιάς και της πόλης μας άνοιξε διάπλατα τις πύλες του. Και οι ηθοποιοί, οι ακροβάτες, βγαλμένοι χιλιάδες φορές μέσα απ΄τους πίνακες και τις ζωγραφιές εκτέλεσαν θαυμάσια μερικά νούμερα στη μνήμη του. Οι πιερόττοι με τα νοικιασμένα τους κοστούμια, μια γυναίκα με τ΄όνομα Φρίντα γεμάτη από βερολινέζικο φως αποτελούν τις ύστατες τιμές. Έπειτα, ένα σωρό απρόοπτα που κατοικούν αυτήν την πόλη και λάμψεις αγέραστες αποχαιρέτησαν για πάντα τον Μάξιμο.

Με τη μουσική λυτρώνεται κανείς από τα φεγγάρια και τους έρωτες. Έτσι συνήθιζε να λέει ο Μάξιμος σε πείσμα εκείνων των καιρών. Δεν είμαι τίποτε περισσότερο από έναν περιπλανώμενο στις γειτονιές αυτού του κόσμου, τίποτε περισσότερο απ΄τους απόκληρους που συνοστίζονται πάνω απ΄το γκρεμό μιας σκάλας. Εμπρός μου η Λισσαβώνα και η χαρά της ζωής. Και τ΄ ανοιχτό παράθυρο με τ΄ακρυλικά.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.