Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.Βίκυ Δερμάνη
Ψυχή πουθενά
εκδόσεις ΑΩ

Η Αλίκη στη χώρα των τραυμάτων ή η ποίηση σε τεντωμένο σχοινί

Διαβάζοντας την ποίηση της Βίκυς Δερμάνη ξεχώρισα δυο στίχους, που θα μπορούσαν να συνοψίσουν την ποιητική της, με όλη τη σκληρότητα που κρύβουν μέσα τους αλλά και με σαφή την ταυτότητα του ποιητικού λόγου που γνωρίζει την τραγικότητα που εμπεριέχει αναπόφευκτα:

[…]
εκεί που θεός δεν υπάρχει
η ποίηση βρίσκεται

Γνωρίζει η ποιήτρια -το έχει δείξει και με παλαιότερες καταθέσεις της- τη δύναμη του ποιητικού λόγου, όταν αυτός πηγάζει από τη γνήσια έκφραση, όταν στοχεύει ευθύβολα το θυμικό του αποδέκτη του, χωρίς παρεκτροπές και υπεκφυγές. Αυτό που χαρακτηρίζει τη Βίκυ Δερμάνη είναι η ειλικρίνεια του συναισθήματος και το βάθος του προσωπικού πάθους. Μόνον έτσι η ποίηση; Φυσικά μόνον έτσι!

Στα ποιήματα αυτά ο χώρος είναι κλειστός, με σφραγισμένες πόρτες και σφαλιστά παράθυρα. Θυμίζει έτσι εκείνη την Ιδιωτική Οδό του Οδυσσέα Ελύτη, τον στεγανό χώρο, στον οποίο αρεσκόταν πλέον ο ποιητής να εγκαταβιοί, εκεί όπου, όπως δήλωνε από την πρώτη πρόταση: Δεν σιμώνει κανείς.

[…]
φορές τρεις γυρισμένο
της πόρτας το κλειδί

δεν μπήκε κανείς
δεν βγήκε κανείς

σιωπή σκιερή απλωμένη παντού

Η ποιήτρια επιλέγει αυστηρά τις λέξεις της, λίγες, λιτές και περιεκτικές νοήματος, έτσι ώστε να συνοψίζει με το ελάχιστο σώμα της η κάθε μία απ’ αυτές την εικόνα, και μέσω αυτής να εισχωρούμε στον μέσα κόσμο και το άλγος του. Γιατί η Δερμάνη δίνει μια εικόνα του κόσμου που την περιβάλλει, μια ζοφερή εικόνα, για να την αρνηθεί και να κλειστεί στον εσώτερο χώρο του εαυτού της. Όποιος από τους αναγνώστες/αποδέκτες του ποιητικού λόγου μπορεί εισέρχεται στα ενδότερα.

Αύρες τουλούπες καπνού
σκεπάσανε την πόλη
τους δρόμους κατέλαβαν
έχιδνες καιροφυλακτούσες

[…]

στης θάλασσας το ρίγισμα
ακρωτηριασμένα δελφίνια
κλαίνε απαρηγόρητα
αφήνοντας πίσω τους
εκκρεμότητες κι αφρούς

Στην προηγούμενη συλλογή της (Ο πόνος μαύρος σκύλος π’ αλυχτά) έγραφε η ποιήτρια:

Νύχτα ξανά
Με κοίταξες στα μάτια βαθιά.
Πού πάμε, με ρώτησες, πού πάμε;

Έχω την εντύπωση πως με ωριμότερη τώρα φωνή, πιο δοκιμασμένη και πιο συνειδητά τραγική, απαντά σ’ εκείνο το ερώτημα. Η οδός στην ουσία μία είναι και οδηγεί προς τη μέσα θέα. Όταν έχεις μαζέψει τις σκηνές του λερού δρόμου, της ανίατης πλέον πόλης, της κατεστραμμένης φύσης, του πόνου των απελπισμένων, των τραίνων της φυγής, των μισότρελων και των σαλπαρισμένων, τι απομένει; Η απόδραση:

Οι φλέβες κομματιάζονται
δραπετεύει το αίμα
γεμίζει το μπουκάλι
με κόκκινο κρασί

των λυπημένων οι μορφές
στου ποτηριού τον πάτο
γίνονται ανελέητες

Και τότε είναι που είτε δραπετεύεις προς τα έξω ή προς τα μέσα, αναλόγως τις αντοχές σου. Το βέβαιο όμως είναι πως τότε γράφεται η καλύτερη ποίηση. Πατώντας πάνω στη συνειδητοποίηση, με μετρημένες ως την τελευταία σταγόνα τις δυνάμεις, με μόνο γήινα υλικά, χωμάτινα αν γίνεται. Η ποίηση δεν ψάχνει ουρανό. Έχει τον δικό της, κι ας είναι σκοτεινός, νεφοσκεπής. Κι αν βρει ήλιο, η ποιήτρια εδώ ξέρει τι να τον κάνει:

[…]

μ’ ένα προαίσθημα κακού
πίσω μου έκλεισα πόρτα και βροχή
το χέρι άπλωσα τσαλάκωσα τον ήλιο
σε τσέπη διάτρητη τον έκρυψα
πού ξέρεις, μουρμούρισα
κάπου κάποτε μπορεί να χρειαστεί

Από την αρχή αυτού του κριτικού σημειώματος θέλω να το πω κι όλο διστάζω, γιατί θαρρώ πως μπαίνω σε πολύ προσωπικά τοπία, και ίσως κάνω εκτιμήσεις αυθαίρετες. Ωστόσο, με το δικαίωμα του αναγνώστη να οικειοποιείται τα αλλότρια, θα πω πως σ’ αυτά τα ποιήματα η Δερμάνη έφτασε ν’ αγγίξει την άκρη του γκρεμού. Αν τα όρια μπορούμε να τα δούμε, φυσικά, και αν πράγματι υπάρχει η εδώ και η αντίπερα όχθη, τότε ο λόγος που εκφέρεται στα πρόσφατα ποιήματά της είναι οριακός.

[…]

όλα όσα άκουσα – όλα όσα είδα
άνοιξαν του πόνου τους ασκούς

Μετά από αυτή την ξεκάθαρη διαπίστωση η ποιήτρια ατενίζει το χάος, για να θυμηθούμε εκείνη την απίστευτη εικόνα του ιερού τρόμου που επινόησε ο Καζαντζάκης για να δώσει την έννοια του άφατου και του αδιανόητου για τα ανθρώπινα μέτρα. Και τότε, δεν είναι πια η Αλίκη που γνωρίζει τα θαύματα αλλά μια Αλίκη γεμάτη τραύματα που δεν ξέρει πλέον πού να σταθεί για να ατενίσει το μέλλον – ποιο μέλλον αλήθεια; Στο πιο σπαρακτικό ποίημά της η ποιήτρια θα βάλει μέσα στον λόγο της τον θάνατο, σαν  μια φιγούρα που θα μεταλλάσσεται από φίλος και εραστής σε δαίμονα έξαλλο. Και η ίδια;

[…]

τότε είναι που τον πλησίασα
τον πήρα αγκαλιά και του ψιθύρισα
δεν είχες τύχη σήμερα
σαν θα ξανάρθεις αύριο ποιος ξέρει

Αν είναι αλήθεια πως σε κάθε ποίημα ενός ποιητή μπορούμε να ανιχνεύσουμε τη θεωρία του για την ποίηση καθεαυτήν, ακόμα και όταν δεν γράφει αυτοαναφορικούς στίχους, τότε εδώ η Βίκυ Δερμάνη δηλώνει ξεκάθαρα σε κάθε ένα από τα ποιήματά της ποια είναι η θέση της απέναντι στο αντικείμενο που θελκτικά την κρατά τόσα χρόνια πιστή. Η ποίηση γράφεται με πόνο και αίμα, κατασταλαγμένο, βαθύ πόνο και κατακόκκινο αίμα που ρέει ακατάπαυστα. Η ποίηση δεν είναι καταφύγιο θαλπωρής -το είπε πρώτος ο αυτόχειρας ποιητής όταν το φθόνησε-, πληγώθηκαν τα δάχτυλα να παίζουν με τις λέξεις. Σωστά! Η ποίηση δεν είναι παιχνίδι, εκτός αν πούμε πως ο ποιητής παίζει με τη ζωή του, με το κεφάλι του. Έτσι, όμως, έχει φθάσει ο ποιητής στην άκρη του γκρεμού, στα όρια. Και τότε είναι δική του υπόθεση προσωπική αν θα πει: φοβάμαι ή αν θα πει μπροστά στο άφατο και αδιανόητο: μ’ αρέσει.

Η ποιήτρια έχει ήδη κατανοήσει πως η ποίηση αρχίζει όταν όλα τα άλλα έχουν τελέψει, ακόμα και όταν ο θεός έχει αποχωρήσει. Μόνη της πλέον -το δηλώνει και στον τίτλο της συλλογής: Ψυχή πουθενά. Μόνον ο χρόνος δηλώνει την παρουσία του στο τελευταίο ποίημα, ακονίζει δόντια νύχια για να κατασπαράξει κάποιον πάλι. Σε μια αναμέτρηση, λοιπόν, με τον αδυσώπητο χρόνο ποιος θα νικήσει; Κι αν ο ένας στέκεται ήδη στην άκρη ατενίζοντας το χάος; Το κλειστοφοβικό σκηνικό της φωτογραφίας του εξωφύλλου (η φωτογραφία του Χρήστου Σασλόγλου) δεν αφήνει πολλά περιθώρια για μια αίσια έκβαση. Ποιος είπε, όμως, ότι η ποίηση αρέσκεται σε αισιόδοξες προοπτικές;

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.