Παραμονές του Σταυρού και στο παραθαλάσσιο χωριό οι εναπομείναντες τουρίστες μάζευαν την πραμάτεια τους και τον άφθονο ήλιο παρακαταθήκη για τις παγωμένες μέρες του τόπου τους, όπως οι μέλισσες τρυγούν τη γύρη. Δειλά δειλά μύριζε φθινόπωρο. Τέλος εποχής.

Την άλλη μέρα ο Κορνήλιος, ένας σαραντάρης γεροδεμένος άντρας, με δέρμα ακατέργαστο τομάρι, με γένια σαν τους αγίους που βλέπεις στις εικόνες των εκκλησιών, υπέστειλε βιαστικά από το πρωί τις ομπρέλες που όλο το καλοκαίρι νοίκιαζε στην παραλία. Σύννεφα-μαύρα φακιόλια μαζεύονταν απειλητικά πάνω απ’ τα κεφάλια κι ο αέρας σούριζε στ’ άρμενα των πλεούμενων. Ψυχή δεν θα έμενε. Άνθρωποι και μαγαζιά θα έσβηναν από τον χάρτη. Πενήντα νησιώτες που τον υπόλοιπο καιρό κατοικούσαν ψηλά στη χώρα και καμιά τριανταριά εποχικοί για όλες τις δουλειές. Μόνο ο Κορνήλιος θα έμενε πίσω μαζί με τον δεκατριάχρονο γιο του. Κλειδούχος και απόλυτος κλειδοκράτορας. Το είχε κανονίσει με τους ντόπιους. Θα του παραχωρούσαν και μια χαμοκέλα πίσω από τον φάρο.

Σε λίγο έφερε ένα αγροτικό για να φορτώσει τις τσιμεντένιες βάσεις. Ο βοριάς τον χειμώνα δεν αστειεύεται. Κι οι ντόπιοι το ξέρανε καλά. Τα θερινά μαγαζάκια τους τα ταμπούρωναν με κάθε αδιαπέραστο υλικό. Ο Κορνήλιος, ο πολυτεχνίτης και κοσμογυρισμένος, τους έμαθε όλα τα κόλπα.

Σαν τα αποδημητικά πουλιά ταξιδεύανε με τον γιο του τα τελευταία χρόνια. Σεφέρια στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Φέτος στα ανατολικά νησιά, πέρυσι στη Ρόδο, αντιπρόπερσι στο Ιόνιο, πιο πίσω στη Χαλκιδική, πιο παλιά… δεν θυμόταν. Λες κι έπαθε αμνησία. Σιγά σιγά όλα ξεθώριασαν. Χάθηκαν μέσα στου μυαλού του τα χαλασμένα κύτταρα. Ένα μαχαίρι έκοψε στα δυο τη ζωή του. Το πριν και το μετά. Το σάπιο πόδι πρέπει να κόβεται. Με ένα μπορείς να ζήσεις μια χαρά. Έστω και με το δεκανίκι.

Ξάφνου, ένιωσε έναν αιφνίδιο πόνο στο δεξί πόδι, που ανακάρωσε στη στιγμή. Το σώμα θυμάται. Έχει μνήμη που όσο και να θες δεν χάνεται. Σταμάτησε βιαστικά το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Άθελα, ο νους του ροβόλησε στο χωριό του πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια. Φθινοπώριαζε κι ένας αντάρτης άνεμος χυνόταν ορμητικός απ’ τη Βουλγαρία. Σε λίγο οι αργυροπελεκάνοι, οι ροδοπελεκάνοι, οι ασπροπάρηδες, οι λαγγόνες, οι νυκτοκόρακες, οι μαυροπελαργοί θα αποχαιρετούσαν τον φιλόξενο τόπο για τις ζεστές πολιτείες του νότου. Χάραζε και ο ήλιος στραφτάλιζε στα ακίνητα νερά. Μπροστά από τις αραγμένες μπλάβες ένας δίμετρος γουλιανός δρίμωσε από τα σκάγια της κυνηγετικής καραμπίνας, την ώρα που αμέριμνος βόλταρε. Πίσω απ’ τα αδροκάλαμα της όχθης τα νερά γινήκαν κόκκινα. Ένας άντρας σύρθηκε στα χόρτα και σαν λύκος κρούλισε. Θα νόμιζες πως το σείσμα του κορμιού του έγινε κάλεσμα ερωτικό του θανάτου. Ο λαθροκυνηγός ξαστόχησε κι ο πελαργός πέταξε μακριά. Τα σκάγια όμως θα έμεναν ενθύμιο στο ποδάρι του άντρα.

Το βράδυ πήγε αργά στο δωμάτιο που νοίκιαζε. Είχε περάσει απ’ το καφενείο και κατέβασε μερικά τσίπουρα, έτσι για να ξεθολώσει ο νους του. Χωρίς να το καταλάβει, η ώρα πέρασε. Ο μικρός πάντα τον περίμενε ξύπνιος ή καμιά φορά αποκοιμιόταν. Απόψε, άφαντος. Και πού δεν τον έψαξε. Μουσκεμένος στον ίδρο, ξημερώματα πια, τον βρήκε -πουλάκι κουρνιασμένο- στα κλαδιά ενός δέντρου. Εκεί είχε φτιάξει το δενδρόσπιτό του.

Το άλλο πρωί δουλειά δεν είχε. Πήγε στο ποτάμι. Κατέβηκε το μονοπάτι, έβγαλε τα ρούχα του και βούτηξε στα κρυστάλλινα νερά με την αργόσυρτη ροή, που κακάριζαν στα χοχλάδια. Με τρεις απλωτές έφτασε σ’ ένα κοίλωμα που σχημάτιζαν τέσσερις ασημοϊτιές κι άλλα δυο πλατάνια. Έβαλε τα δάχτυλα στο στόμα κι έκανε καλέστρα στα πετούμενα. Είκοσι χρόνια μετά. Την τέχνη δεν την ξέχασε. Ένα σμήνος μαζεύτηκε γύρω του και κελαηδούσε όλο έξαψη. Με τα πολλά ξεθάρρεψε κι έριξε κι αυτός την καμπανιά του: «βαρέθηκα ν’ αστρονομώ και να σας φθονώ, πουλάκια μου. Εσείς γλωσσοβαλάτε όλη μέρα για ό,τι βλέπετε κι ακούτε. Μα εγώ, άνθρωπος με λαβωμένα τα φτερά, δεν δικαιούμαι πια να πετάω». «Ουχούρου», απάντησαν εκείνα. «Ουχούρου…» και πέταξαν μακριά.

Οι επόμενες μέρες κύλησαν ήσυχα. Ο θόρυβος καταλάγιασε και το Καρκινάγρι ερήμωσε. Μόνο κάτι περίεργους ήχους άκουγες ολημερίς, σαν μακρόσυρτες φωνές πουλιών. Εκεί που το ποτάμι συναντά τη θάλασσα, εκεί που μόνο ρασκά βόσκουν, πίσω από τα ερείπια του ναού της αρχαίας θεάς, όπου πυκνά δάση με πηγές και καταρράχτες βρίσκονται λίγα μέτρα μόλις πίσω από τη θάλασσα, ένας πελαργός προετοίμαζε ολημερίς τα μικρά του για το μεγάλο ταξίδι.

Πατέρας και γιος θα έμεναν εκεί. Να φυλάξουν ακέραιο τον υδροβιότοπο για να υποδεχθεί φιλόξενος την επόμενη άνοιξη και κάθε άνοιξη τα πετούμενα. Κι αυτά είχαν να τους διηγηθούν συναρπαστικές ιστορίες απ’ τα μέρη που επισκέπτονταν. Πατέρας και γιος τη γλώσσα τους την ξέρανε καλά. Ήταν απ’ τους λίγους που γνώριζαν πως ο άνθρωπος δεν είναι πουλί να ταξιδεύει διαρκώς. Δέντρο είναι, βγάνει ρίζες και ριζώνει. Τρέφεται απ’ το χώμα προτού επιστρέψει οριστικά σ’ αυτό.

Άνθρωποι που επισκέπτονταν το νησί τα επόμενα χρόνια παραξενεύονταν από το αλλόκοτο θέαμα. Δυο πελαργοί καθισμένοι πάνω σε μια οξιά εποπτεύουν και ακούν όλα όσα συμβαίνουν. Μα επειδή δεν μπορούν να μιλήσουν, κάθε φορά που γίνεται κάτι σημαντικό γύρω τους, κροταλίζουν. Και κάθε Σεπτέμβρη ο νεαρός πελαργός μαδά τα δικά του φτερά για να σκεπάσει με αυτά τον γερο-πελαργό που έχει χάσει πια τη δύναμη και τα φτερά που τον ζεσταίνουν.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Αντώνης Κιουπλιώτης.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.