Τελικά ήταν ένα δέντρο αυτό που μ’ έκανε να το αποφασίσω. Για την ακρίβεια, ήταν δύο δέντρα. Η γαζία, στην αρχή, με τη μυρωδιά της με έβγαλε έξω από το σπίτι. Μια βδομάδα ούτε στον κήπο δεν είχα βγει, λες κι αν απομακρυνόμουν από τους τέσσερις τοίχους, δεν θα μπορούσα να ξαναμπώ μέσα. Τέτοια ψύχωση είχα πάθει με το σπίτι. Μου φέρε το αεράκι το άρωμα και σα να θυμήθηκα ότι υπάρχει ζωή έξω από τον τροχό μέσα στον οποίο γύριζα σαν παγιδευμένο ποντίκι. Τη στιγμή που πήγα να κόψω δυο ανθάκια, πήρε το μάτι μου τα ρόδια.

Τη ροδιά τη φυτέψαμε την πρώτη μας πρωτοχρονιά μαζί, από το ρόδι που σπάσαμε για καλοτυχία. Τώρα πια ήταν ολόκληρο δέντρο και αντίθετα με μας που μαραινόμασταν μέρα με τη μέρα, αυτή έθαλλε. Έκοψα ένα ρόδι, το άνοιξα επιτόπου, και ξεχύθηκαν από μέσα τα σπυριά, σαν κόμποι αίμα. Όσα σπυριά, τόσα καλά, έλεγε την ευχή κάθε φορά που το έσπαγε. Τα καλά τελείωσαν για μας, τώρα σκοτωνόμαστε ποιος θα κρατήσει το άδειο κέλυφος. Γι’ αυτό είχα να ξεμυτίσω τόσες μέρες, ταμπουρώθηκα πίσω από το μπουφέ και το σκρίνιο, μη και μου πάρει το σερβίτσιο ρόγιαλ άλμπερτ και τα καλά ποτήρια.

Δοκίμασα δυο σπυριά, ήταν γλυκά σα μέλι, το ζουμί έτρεξε στο πηγούνι μου. Θυμήθηκα τον εαυτό μου παιδί. Δυο σπυριά ρόδι μου παν όσα δεν μου πε έξι μήνες τώρα η ψυχολόγος που με κουράρει. Σαν ωστικό κύμα με χτύπησε η ανάμνηση της ανεμελιάς, της ελευθερίας, της σχεδόν σωματικής χαράς του να ζεις. Με τα χέρια να κολλούν ακόμη, έριξα δυο ρούχα στη βαλίτσα και του άφησα δυο ρόδια στον πάγκο της κουζίνας, μπας και θυμηθεί κι αυτός.

19.10.16

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Karen Werner.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.