Το αγκομαχητό της δεν το άκουσα ποτέ. Ήτανε κόγχος άυλος, βωβός το παράπονό της. Δεν είχε σκέλια, ούτε παιδιά. Όπως ούτε εγώ είχα. Μόνο δεκάδες πόδια, φτέρνες, πέλματα, μουργουρητά, που της πατούσαν την ραχοκοκαλιά να την ανέβουν ημερησίως. Άρχισα να την παρατηρώ τη στιγμή που άρχισα να την παρατηρώ γιατί τίποτα στον χώρο δεν φαίνονταν διαθέσιμο όσο εκείνη και γιατί τίποτα στον χώρο δεν θύμιζε εαυτό όσο εκείνη. Στριφτή, μαρμάρινη, να κατατρέγεται από τις σκόνες και να μην λέει τίποτα και να μην βλέπει ουρανό και να μην της λείπει. Στριφτή και απέριττη με την ξύλινη κουπαστή της, να την κοιτώ και να μη λέει τίποτα, τίποτα να λέω και εγώ και να κυλούν οι ώρες, οι μέρες, οι έμμηνες ρήσεις, τα μάρμαρα. Καμιά φορά να χτυπάει το τηλέφωνο, λιπόσαρκη να ξεπροβάλλω απ’ το γκισέ ως το λαιμό, να της χαμογελώ, μειλίχια ν’ απαντώ, και να κινείται ο κόσμος γύρω από μένα, ακίνητη να μένω εγώ και να γυρίζει ο κόσμος και να θέλω να τον γυρίσω και εγώ, και να κυλούν οι μέρες, οι μήνες, οι εθνικές γιορτές, τα μάρμαρα και κάθε τόσο να προβάλλω με προσοχή μια ώρα μπροστά το μεγάλο δείκτη στο Τάι Πέι, το Λονδίνο και να μην μπορώ να αφήσω τη Νέα Υόρκη στην ησυχία της και κάθε τόσο να γυρίζω μια ώρα πίσω τον μεγάλο δείκτη στο Τάι Πέι, το Λονδίνο και να μην μπορώ να αφήσω την Υεμένη στην ησυχία της και να κυλούν οι ώρες, οι μέρες, οι έμμηνες ρήσεις, τα μάρμαρα. Το αγκομαχητό της δεν το άκουσα ποτέ.

Μάιος ’17

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Edward Hopper Stairway at 48 rue de Lille, Paris 1906