Τυλιγμένοι στα φούτερ τους, στέκονταν γερμένοι στην κουπαστή κι έβλεπαν να μικραίνει στο βάθος πρώτα το λιμάνι του Λαυρίου κι έπειτα η Μακρόνησος. Ένα μικρό ταξίδι στα μέσα του Οκτώβρη, για να περισώσουν κάτι από το καλοκαίρι που είχε χαθεί μ’ ένα θάνατο. Έπιασαν στο νησί ένα δίωρο αργότερα.

Αφότου πέθανε η αδερφή της, πήγαιναν τέσσερις μήνες –όχι αναπάντεχα, την «περίμεναν» εδώ και χρόνια–, η Ντίνα τύχαινε πολλές φορές να απολιθωθεί μπροστά στο πενηντατετράχρονο πρόσωπό της στον καθρέφτη, κει που βούρτσιζε τα μαλλιά της ή που χτενιζόταν· σάμπως να αναζητούσε στις στενόμακρες γραμμές του ένα πράγμα κρυφό κάτω από την επιφάνεια του δέρματος, να πάλευε με το επίμονο βλέμμα της να το εξορύξει.

Οι δρόμοι του νησιού ήταν στενοί, ανάμεσα σε ξερολιθιές, με στροφές φουρκέτες. Όλος ο τόπος, γεμάτος φρυγμένα θάμνα και γαϊδουράγκαθα, ήταν καφετής –μεταλλεία σιδήρου λειτουργούσαν ως το ’40–, διάσπαρτος με λευκές εκκλησιές στις πλαγιές και στις κορφές, όπου αγανά σύννεφα σκάλωναν στους σταυρούς και ξέπλεκαν στο γαλάζιο· και στα φιδίσια αναδιπλώματα του δρόμου θαλασσινά πανοράματα φανερώνονταν χαμηλά.

Μετά τον πόνο των προηγουμένων μηνών, μελαγχολική ηρεμία την είχε κυριέψει τώρα. Άφηνε τους δρόμους και το τοπίο να ξετυλίγονται διαμέσου της, σαν να ’ταν διάφανη, κι άπλωνε από τ’ ανοιχτό τζάμι του συνοδηγού το χέρι για να πιάσει θαρρείς μια από τις μικρές εκκλησιές, να την ξεκολλήσει από την καφετιά γη και να τη βαστήξει στη χούφτα της.

Ο Κώστας την άφηνε στην ησυχία της, δεν της πολυμιλούσε. Μόνο πού και πού, εκεί που άλλαζε ταχύτητα, της άγγιζε τρυφερά το πόδι για μία στιγμή όλη κι όλη, κι έπειτα ξανάπιανε και με τα δύο χέρια το τιμόνι.

Έμεναν στα Φλαμπούρια, άδεια πλέον αυτή την εποχή, κι αποκεί έκαναν διαδρομές σ’ όλο το νησί – όχι τόσο για να πάνε κάπου, παρά για ν’ ακολουθούν με το βλέμμα το ξετύλιγμα του δρόμου και το άπλωμα της μακρινής θέας, αλλιώτικης σε κάθε στροφή. Γίδες έπαυαν το μασούλημα και σαν τιμητικό άγημα έστρεφαν το κεφάλι, κάνα σκυλί τους γάβγιζε, ακόμα συναντούσαν μερικά αυτοκίνητα, και στο δρόμο για τη Δρυοπίδα, τη δεύτερη μέρα, μια μαυροντυμένη γυναίκα τους έκανε νόημα να σταματήσουν. Έμοιαζε να την έχει γεννήσει η ερημιά: μια αδερφή των θάμνων και των ξερολιθιών.

«Κώστα, σταμάτα να δούμε τι θέλει», είπε η Ντίνα.

Η γυναίκα ήταν από τη μεριά της και μισοέσκυψε μέσ’ από τ’ ανοιχτό παράθυρο του συνοδηγού. Πρέπει να είχε περίπου την ηλικία της Ντίνας. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα σαν τα ρούχα της, που πάνω τους ξεχώριζε ένας μεγάλος χρυσός σταυρός κρεμασμένος από το λαιμό της. Είχε αγριεμένη έκφραση και μια πείνα στην όψη, όχι σωματική μα ψυχική. Βαριά μυρουδιά ιδρώτα την τύλιγε.

«Έχετε κινητό να πάρω ένα τηλέφωνο; Να με συγχωράτε, όλο κι όλο θα πω μία κουβέντα…»

Η Ντίνα της έδωσε το δικό της. Η γυναίκα κάλεσε ένα νούμερο, «Έλα, σε περιμένω» είπε, το έκλεισε μα, δίνοντάς το πίσω, αντί να ευχαριστήσει, κοίταξε επίμονα την Ντίνα και είπε:

«Μοιάζουμε, εσύ κι εγώ».

«Τι να εννοούσε;» τη ρώτησε κατόπιν ο Κώστας, αλλά δεν του απάντησε· κοιτιόταν στο καθρεφτάκι στο αλεξήλιο, ψηλαφώντας το πρόσωπό της.

Περιπλανήθηκαν στη Δρυοπίδα κι ένας έφηβος τους ξενάγησε στο σπήλαιο Καταφύκι. Δεν υπήρχε άλλος επισκέπτης· ήταν μόνοι.

«Αποδώ ξεκινά μια σήραγγα που ’χει τρία χιλιόμετρα μήκος και βγάζει στις Λεύκες», τους είπε μες στο μισοσκόταδο της σπηλιάς, πιτσιλώντας το δάπεδο μπροστά τους με το φως απ’ το φακό του. «Εκεί φόρτωναν το σίδηρο που έβγαζαν από το μεταλλείο».

«Πώς θα ’θελα να ’παιρνα αυτή τη σήραγγα», του ψιθύρισε, «και να μην έβγαινα από την άλλη μεριά»· μα εκείνος έκανε πως δεν άκουσε, κι ας ήταν δίπλα της και την κρατούσε από το χέρι.

Έπειτα συνέχισαν προς τη Χώρα, και αριστερά παραμέσα από το δρόμο είδαν μια εκκλησία, ούτε την πρώτη που έβλεπαν ούτε την τελευταία, μα κάτι την ώθησε να του πει:

«Πάμε να τη δούμε;»

«Ταξιάρχης Βελιδιού», έλεγε η πινακίδα. Έστριψαν στο χωματόδρομο και παρακάτω σταμάτησαν. Δίπλα στην εκκλησία ήταν ένα σπιτάκι με την πόρτα ανοιχτή και με χαρτιά κολλημένα στα τζάμια. Με μεγάλα γράμματα, παιδικά σχεδόν, ασύνταχτες φράσεις ήταν γραμμένες πάνω τους, με τις ίδιες λέξεις να επαναλαμβάνονται σε όλες σχεδόν, σαν επωδός: «Η κατατομή μου, τα υψηλά κόκαλά μου».

«Πάω μέσα», του είπε.

«Στάσου», είπε ο Κώστας, μα τον αγνόησε και μπήκε. Την ακολούθησε.

Το πρώτο δωμάτιο ήταν μια ακατάστατη κουζίνα και το δεύτερο η κάμαρα, μ’ ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι, κάτι άλλα έπιπλα. Τριγύρω, ακουμπισμένα στους τοίχους, υπήρχαν δεκάδες εικονίσματα, και το κρεβάτι και το τραπέζι, κι ό,τι άλλο υπήρχε στην κάμαρα, ήταν στρωμένα όλα με εκατοντάδες χαρτιά σαν εκείνα που ’ταν κολλημένα στα τζάμια. Όπου κι αν έπεφτε η ματιά της Ντίνας, οι ίδιες εκείνες λέξεις ήταν γραμμένες:

«Η κατατομή μου, τα υψηλά κόκαλά μου».

Βγήκαν έξω, «Πάμε να φύγουμε» του είπε και κατηφόρισαν προς τη Χώρα.

«Λες να ’ταν εκείνη που τα έγραψε όλα αυτά; Η γυναίκα που συναντήσαμε;» τη ρώτησε.

«Ναι», του απάντησε.

Πέρασαν όλο το απομεσήμερο στη θάλασσα. Το νερό ήταν πολύ αρμυρό και, όταν έπειτα καθάρισαν δύο σφιχτά αβγά που ’χαν μαζί κι ο Κώστας θυμήθηκε πως δεν είχαν αλάτι, η Ντίνα έτριψε τη μύτη της κι έμεινε αλισάχνη στα ακροδάχτυλά της· μάζεψε κι ό,τι αλάτι είχε μαζευτεί στις γούβες των αφτιών της και νοστίμεψε έτσι το αβγό της.

Στην κάμαρά τους ύστερα, δεν του το αρνήθηκε όταν της είπε να κάνουν έρωτα, και μόνο του ζήτησε να περιμένει δύο λεπτά, γιατί ’θελε να κατουρήσει.

Περνώντας μπροστά από τον καθρέφτη στην τουαλέτα, κοιτάχτηκε φευγαλέα μα δεν έδωσε καμία σημασία στο πρόσωπό της.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.