μετάφραση: Ούρσουλα Φωσκόλου

Μια μέρα που ο Γκερέιρο ντε Νόστε ανέβαινε στο βουνό, για να διασχίσει την οροσειρά Αρνέιρο, συνάντησε έναν άνδρα που κρατούσε μια πελώρια ομπρέλα στο χρώμα της στάχτης, πιο ψηλή κι από το μπόι του. Ο Γκερέιρο τον καλημέρισε, θαυμάζοντας το μέγεθος της ομπρέλας, που σαν κι αυτή δεν είχε ματαδεί.

«Αυτό δεν είναι τίποτα», είπε ο άνδρας, ένας τύπος μικρόσωμος και μαυριδερός, που είχε ένα μεγάλο γκρίζο μουστάκι.

Κι έδειξε στον Γκερέιρο το χερούλι της ομπρέλας, που ήταν ένα πρόσωπο ανθρώπινο, με τρίχες για μούσι, κρύσταλλα στη θέση των ματιών κι ένα στόμα κόκκινο κι ανοιχτό, που έμοιαζε με ζωντανού ανθρώπου.

«Μα για δες στόμα!», σχολίασε ο Γκερέιρο.

«Ομπρέλα, βγάλε τη γλώσσα!», πρόσταξε ο αφέντης της ομπρέλας.

Κι από το στόμα εκείνο, η ομπρέλα έβγαλε τη γλώσσα της, μακριά και κόκκινη, μια γλώσσα σκυλίσια που έγλειψε τρυφερά το χέρι του αφεντικού της. Αυτός έβγαλε τότε το καπέλο του και το ακούμπησε στο έδαφος, μπροστά από τον Γκερέιρο, ο οποίος του έριξε ένα νόμισμα.

«Πού είναι η παγίδα;», ρώτησε ο Γκερέιρο, που τον έτρωγε η περιέργεια.

Ο άγνωστος γέλασε.

«Καμία παγίδα δεν υπάρχει. Είναι ο κουνιάδος μου, ο Υάκινθος».

Και του εξήγησε ότι ο κουνιάδος του ο Υάκινθος βρήκε αυτή την ομπρέλα σ’ ένα χωράφι στο Φριόλ και του φάνηκε καλή, λίγο μεγάλη βέβαια, αλλά μιας και φαινόταν ξεχασμένη, την πήρε και χάρηκε με το εύρημά του, γιατί εκείνη την ώρα έπιασε να βρέχει καταρρακτωδώς. Άνοιξε, λοιπόν, ο Υάκινθος την ομπρέλα κι αυτή, ανοιγοκλείνοντας μονάχη της, τον κατάπιε. Έτσι, ανοιχτή, η ομπρέλα πέταξε με τον αέρα και πήγε και στάθηκε στο πλακόστρωτο, μπροστά στο σπίτι του Υάκινθου, δίπλα στο μαζεμένο άχυρο. Ο Υάκινθος, χαμένος κανείς δεν ξέρει πού, φώναζε με το στόμα του χερουλιού, που τότε ακόμη δεν είχε μούσι στο πηγούνι. Έτρεξαν η γυναίκα του, ο μπατζανάκης, τα πεθερικά, οι γείτονες.

«Μαρία, ο Υάκινθος είμαι!», φώναζε στη γυναίκα του.

Εκείνη δεν ήξερε τι να κάνει. Η φωνή ήταν του Υάκινθου. Μην έχοντας να χάσει τίποτα, η γυναίκα στάθηκε μπροστά στην ομπρέλα, που παρέμενε ανοιχτή στον αέρα.

«Αν είσαι ο Υάκινθος Ονέγα Ρίμπας, παντρεμένος με τη Μανουέλα Γκαρθία Βέρδες, απόδειξέ το!»

Τότε ήταν που ο Υάκινθος έβγαλε πρώτη φορά τη γλώσσα.

«Είναι ίδια!», είπε η γυναίκα, που δεν μπορεί, θα ήξερε να την αναγνωρίσει.

Η αλήθεια είναι ότι ο Υάκινθος είχε μια γλώσσα πολύ μακριά, που έβγαινε απ’ το στόμα του όταν ήταν αφηρημένος και μάλιστα του είχε κοστίσει πολλές μέρες φυλακής όταν υπηρετούσε στον στρατό, στο Λούγο. Και τώρα, μιας και ήταν ομπρέλα ή ζούσε μέσα στην ομπρέλα, η γλώσσα θα μεγάλωνε περισσότερο με την άσκηση που έκανε, βγάζοντάς τη για να πει ότι ήταν εκεί, με τα χάδια στους συγγενείς και στις αγελάδες, από τα στήθη των οποίων βύζαινε.

«Γιατί δεν τον παίρνεις μαζί σου σε πανηγύρια;», ρώτησε ο Γκερέιρο, ήδη μετανιωμένος που είχε ρίξει λεφτά στο καπέλο του κουνιάδου του Υάκινθου.

«Δεν με αφήνει η αδελφή μου, η οποία κοιμάται κιόλας με την ομπρέλα. Εξάλλου, άντρας της είναι!»

Ο κουνιάδος του Υάκινθου είπε ότι ήθελε να ξεκουραστεί, γι’ αυτό και αποχαιρέτισε τον Γκερέιρο, που συνέχισε τον δρόμο του. Οι κουνιάδοι έμειναν εκεί, συζητώντας. Η ομπρέλα πρέπει να είπε κάτι που δεν άρεσε στον άλλο, γιατί ο κοντός με το μουστάκι τής έδωσε μια σφαλιάρα. Η ομπρέλα φώναξε κάτι, που ο Γκερέιρο δεν μπόρεσε να ακούσει. Η κουβέντα συνεχίστηκε κι ο Γκερέιρο τάχυνε το βήμα, γιατί δεν ήθελε να μπει στη μέση. Έβρεχε σ’ εκείνο το ύψωμα του Αρίς, στη ζώνη του σκοτεινού Αρνέιρο. Ο Γκερέιρο, πριν να ξεκινήσει την κάθοδο προς τη Λομπάδας, σκαρφάλωσε σ’ έναν βράχο και είδε τον άντρα της ομπρέλας να την ανοίγει με μεγάλη προσπάθεια και να στέκεται από κάτω της. Η ομπρέλα άρχισε να πετά πάνω από τα ανθισμένα σπάρτα. Πετούσε κόντρα στον άνεμο, με τον κουνιάδο ανεβασμένο στο μπαστούνι της. Ο Γκερέιρο δεν μπόρεσε να κρατηθεί και φώναξε με όλη του τη δύναμη:

«Κύριε Υάκινθε!»

Κάτι κόκκινο φάνηκε στο χερούλι της ομπρέλας, ανάμεσα στα πόδια του κουνιάδου του Υάκινθου. Ήταν, δίχως αμφιβολία, η γλώσσα. Έπειτα ο Υάκινθος έδωσε ένα μεγάλο σάλτο και συνέχισε το ταξίδι. Κατά τη Γκουιτιρίθ ή την Κορούνια, σύμφωνα με τον Γκερέιρο.


[Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.