Δεν είχα προλάβει να φτάσω στην εξώπορτα, όταν ακούστηκαν τα γνώριμα τρυφερά γρυλίσματα, που ξεσπάθωναν σε ισόποσα γαυγίσματα χαράς.
Η Λόρα, η φωνή του κήπου, ο φύλακας της χαράς.
Ένα καθαρό, αεικίνητο λυκόσκυλο, μια κομψή κυρία με περίμενε στα σκαλοπάτια. Γειά σου Λόρα…

Ο καιρός που είχε μεσολαβήσει από την τελευταία μας επαφή, έκανε το κύμα της χαράς της, να σκάσει με τέτοια ορμή επάνω μου, που λίγο έλλειψε να χυθώ στον κήπο, μαζί με το κρασί και τα γλυκά.

Σιγά κορίτσι μου, κι εγώ σε αγαπάω, ναι καλή μου, Σε Αγαπάω…
Αφήνοντας κάτω τα της επίσκεψης, ξεχυθήκαμε σε αγκαλιές και φιλιά, χάδια και τρυφερότητες, που κατέληξαν σε ένα αρχέγονο ξέφρενο χορό τριγύρω μου, με την Λόρα να σέρνει την δίνη και εμένα να μοιράζομαι άναυδος μεταξύ χαράς και τρέλας.

Ηρέμησε κορίτσι μου, θα ζαλιστούμε – περί εμού φυσικά ο λόγος – εντάξει καλή μου, σε ευχαριστώ για την υποδοχή κι εγώ χαίρομαι.
Όμως την Λόρα, ουδείς πια μπορούσε να την σταματήσει. Ούτε καν το έρημο τ’ αφεντικό της που μας κοιτούσε αποσβολωμένο.
Καταλαβαίνω έλεγε, η Λόρα είναι χαρούμενη κοπέλα, αλλά τέτοιο πράγμα…

Δοσμένη ολότελα στον μεθυστικό χορό της, σαν άλλη μαινάδα, είχε μπει σε μια ξέφρενη αλλά σταθερή τροχιά, που τίποτα δεν φαινόταν να μπορεί να την ανακόψει.

Λόρα! Λόρα! Ηρέμησε καλή μου, εντάξει, έλα, ησύχασε.
Τρελά ερωτευμένη, είναι τρελά ερωτευμένη δήλωνε χωρίς αμφιβολία ο κύριος της.

…Και τώρα τι κάνουμε; Δηλαδή τι κάνω τον ρώτησα με τα μάτια…
Υπομονή, μου έγνεψε παραδομένος, υπομονή, θα περιμένουμε λίγο μέχρι να κουραστεί.
Ποια; Η Λόρα; Πλάκα μου κάνεις ψευτοπαραπονέθηκα καθώς είχε αρχίσει να γυρίζει όλος ο κόσμος γύρω μου, βυθίζοντας με σε μια λίμνη μεθυστικών χρωμάτων.
Θα μπορούσα να ενδώσω, αλλά είμαι παντρεμένος μουρμούρισα χαζογελώντας, χωρίς να βρει πρόθυμα αυτιά και χείλη το κατά τα άλλα χαριτωμένο, όλο ικεσία αστείο μου.

…Θα περιμένουμε… Μας περιμένουνε… Περιμένουμε… Μισοέσβηναν οι λέξεις στα μάτια μου, όταν άκουσα τον αυστηρό τόνο – σαν χτύπημα σε μέταλλο – από το στόμα του γιατρού:
Περιμένετε όλοι έξω παρακαλώ!

Προσπάθησα να βοηθήσω τα δάχτυλα που ανασήκωναν τα βλέφαρα μου, νιώθοντας ενα δυνατό, ανήλεο φως
– σαν δέσμη σπαθιών – να ξετρυπάει το μέσα μου.

Με ακούτε; Αν με ακούτε κινήστε παρακαλώ το αριστερό σας χέρι…Το αριστερό σας χέρι αντιλάλησαν οι λέξεις, κατρακυλώντας στην άδεια κάμαρη του μυαλού μου, σηκώνοντας πηχτή, χρωματιστή σκόνη, που αντανακλούσε τις ουράνιες, τοξωτές γέφυρες των ονείρων μου.

Παραφράζοντας τον γιατρό, σήκωσα δειλά το δεξί μου χέρι και χάιδεψα την καρδιά μου, που άρχισε χαρούμενη να γρυλίζει.
Χαμογέλασα νιώθοντας βαθιά το μελωδικό αλύχτισμα…

Ναι! Ήμουν ακόμα ζωντανός, ερωτευμένος.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.