Στη θάλασσα τυχαία σαν κοιταχτήκανε
ξεντύθηκαν μεμιάς τις μοναξιές τους
Κουστούμια κουμπωτά, πολύ παράταιρα,
και προσωπεία βλοσυρά που έκρυβαν τις φωτιές τους
Κι αφού γυμνοί διάβασαν τα γνωρίσματα
πόσο ταιριάζαν, αναγνώρισαν ευθύς
στου φεγγαριού το φως λουστήκαν και περπάτησαν
νύχτα προς την ακμή της κορυφής
Κάτω απ’ τη γύμνια διάφανη λαμπύριζε
Στα μάτια του άλλου η μάταιη προσμονή του
Για στιλπνό πλάσμα, άϋλο, ανυπόστατο
Της φαντασίας νοσταλγία κι έλλειψή του
Ψυχρό σα φύσηξ’ αεράκι ετερότητας
Ξανά αναζήτησαν ρούχα και μάσκες να φορέσουν
Ντυμένοι γκρίζα μοναξιά πλέον δεν γνωρίζονται
Θαρρούν αλλότρια τώρα πια πως τους αρέσουν

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Παναγιώτης Φελούκας.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.