Σε μια εποχή που η αφή πεινά και πασχίζει να κοπάσει του λυγμούς των δαχτύλων με συνεχές και επίμονο μηχανικό τάισμα πλήκτρων αφής, έρχεται αυτή η συλλογή για να μας θυμίσει ότι η εποχή της αφής υπάρχει και είναι παντοτινή, όπως της ποίησης η εποχή, αρκεί να μάθουμε ν’ αγγίζουμε τους ανθρώπους, τα συναισθήματα, τους φόβους, το αεράκι που ξεσπά ανάμεσα στη νηνεμία των λέξεων.

Η πιο παραμελημένη απ’ όλες τις αισθήσεις διεκδικεί την πατρίδα που της αναλογεί με μοναδικό όπλο τις λέξεις που θαρρείς ότι αντιπροσωπεύουν τα «Δάχτυλα που αγγίζονται και ριγούμε/ Με την προϊούσα οσμή μιας απομάκρυνσης». Η αφή ως κυρίαρχη αίσθηση οδηγεί, κατευθύνει, διεγείρει, παραπλανά και παρηγορεί τις υπόλοιπες αισθήσεις ‒«Διάφανη εγώ να φαίνεται το αίμα που ανθίζει στις αρτηρίες μου»‒ μα πρωτίστως αφηγείται την επιθυμία της να υπάρξει, διεκδικεί ενεργή συμμετοχή στο όνειρο, στην πιθανότητα του έρωτα, στο τελετουργικό του πόθου: «...να εκραγούν επιτέλους τα αισθήματα να λάμψουν τα χείλη/ να ανατιναχθούν οι ηλεκτρονικές σου άμυνες/ να υψωθεί ο πόθος στους ατμούς του».

Ή πολυσημία της λέξης «αφή» είναι ανάλογη με την πολυπλοκότητα και την ποικιλία των χειρονομιών που επιχειρεί και των συναισθημάτων που προκαλεί η ανάγνωση της συλλογής. Η εποχή λοιπόν της αφής δεν θα μπορούσε παρά να είναι μια εποχή ρευστή και μεταβαλλόμενη, μια εποχή διαλόγου ανάμεσα σε ζώσες παλλόμενες φωνές που πασχίζουν να επικοινωνήσουν. Η συλλογή διαπνέεται απ’ τον άνεμο που προκαλεί το άγγιγμα της έμπνευσης, το ρίγος της οδύνης μα και το οξυγόνο των χαδιών.

Το διαδίκτυο και η διαδικτυακή επικοινωνία γνώριμα στον αναγνώστη και από την προηγούμενη συλλογή της Κούλας Αδαλόγλου με τον τίτλο: Οδυσσέας τρόπον τινά εισχωρούν στο ποίημα με τον πιο φυσικό τρόπο εξυπηρετώντας την επ(αφή) και την ψηλ(αφη)ση της ανθρώπινης ανάγκης και επιθυμίας για επικοινωνία σε ερωτικό ή φιλικό επίπεδο. Στα ποιήματα αυτά, η αφή ξανακερδίζει τον χαμένο χρόνο, ανακτά την ορμή της και φτάνει στον αναγνώστη σαν άνεμος παρηγορητικός σηματοδοτώντας (κι αυτό είναι τόσο όμορφο!) μια «εποχή» που τον αφορά.

Ο άνεμος στα μαλλιά.
Τα δάχτυλα στα μαλλιά.
Τα δάχτυλα στα δάχτυλα.
Τα δάχτυλα στα χείλη.
Τα χείλη στο μάγουλο.
Το μάγουλο στην παλάμη.
Η σιωπή στα χείλη.
Ο αερόσακος της απόστασης στα σώματα.
Ο στρόβιλος των αποριών.
Η απουσία σου παντού.
Το γραντζούνισμα της μνήμης.
Τα δάχτυλα χωρίς πλήκτρα ψαύουν μηνύματα.

Κάποιες φορές πάλι οι λέξεις γίνονται: «Της διευκόλυνσης /της ευκαιρίας; / Όχι της ανάγκης/ της επιθυμίας; / Κόβουν πολύ τα γυαλιά / της θρυμματισμένης ψευδαίσθησης».

Έχω την εντύπωση ότι αυτή είναι η ψευδαίσθηση του έρωτα που τροφοδοτείται, συντηρείται, και συχνά πυροδοτείται από την περιπλάνηση των ανθρώπων στους (ιστο)τόπους όπου η αφή πληγώνεται στα πλήκτρα, εκεί όπου: «Μαζεύεις ματαιώσεις και διαψεύσεις / μου λες πως φεύγεις/ το στομάχι μου καίγεται/ βάζω τα pros βάζω τα cons, άκρη δεν βγάζω,/ μόνο μουγκρίζω τις νύχτες τις σάρκες μου σχίζοντας/ σε νοσηρές εξόδους / μόνο μουγκρίζω τις νύχτες τις λέξεις μου μπήγοντας/ σε αιχμηρά μέιλ./ Φιλιά αποχαιρετισμούς λες, / απελπισμένα φιλιά της απώλειας λέω.»

Ένας έρωτας που στηρίζεται σε λέξεις (ανεπαρκής δηλαδή) πασχίζει να βρει έρεισμα και συνέχεια ανάμεσα στη νοσταλγία και τον πόνο της απουσίας. Ένας έρωτας, ακάματος ιχνηλάτης της ομορφιάς μα και διαρκής φορέας της ματαίωσης ανασκιρτά: «Μπορεί να στέλνεις μηνύματα, ποιος ξέρει; Δεν θα τα λάβω. /Αν δεν τρυπήσεις το κουκούλι σου δεν θα με βρεις./ Κάποιες φορές νιώθω τη σκέψη σου ορμητική να με αρπάζει. /Αλλά η έγνοια από μόνη της δεν αγκιστρώνει/ θέλει να ξενιτευτεί για να αγγίξει./ Θα με παγώσει η ανάσα της νύχτας.»

Ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της αφής σ’ αυτή τη συλλογή αν και συνεχώς διαφεύγει: «Το ξέρει φυσικά πως όλο αυτό δεν πρόκειται να βγει σε καλό,/ δεν είναι δυνατόν να βγει σε καλό, πόσος χρόνος μένει άραγε, θα τον μετρήσει πάλι με μια ολόσωμη φωτογραφία τεμαχίων, θα τον μετρήσει με τις αντοχές της, με τον αέρα που της μουτζουρώνει τα μάτια που γίνονται γκρίζα καθώς λιώνει το μακιγιάζ, με την πλατεία που αποστηθίζει τα αδιέξοδά της με το βαμβακερό νυχτικό μούσκεμα στον ιδρώτα. // Δεν θα βγει σε καλό, και τα μάτια του χαίρονται χαίρονται μια συνάντηση, αλλά ως εκεί, στα μαγαζιά κατεβασμένες γκλαβανές, κλειστά περίπτερα, ερημιά, αλλά πάντα ένα προβολέας να τους ακολουθεί, ούτε μια άκρη να ξαποστάσουν.» Χαίρονται τα μάτια μα η αφή μένει λειψή και διψασμένη αφού ο έρωτας δεν βρίσκει τόπο να ξαποστάσει.

Άλλοτε εύρωστες και λαμπερές κι άλλοτε καθημαγμένες οι λέξεις, διοχετεύουνε στους στίχους τη δυναμική και την ενάργεια για να λειτουργήσει η ποίηση ως στυλοβάτης του διαλόγου με τον αναγνώστη. Ωστόσο τα ποιήματα συνομιλούν και μεταξύ τους, έχουν συνοχή και συνάφεια, απευθυνόμενα στον αναγνώστη με όχημα τις τρεις φωνές, εμπλέκονται σ’ έναν ποιητικό διάλογο που διαθέτει την γνησιότητα πραγματικού διαλόγου μεταξύ ερωτευμένων φωνών, ονείρων ή προσδοκιών όπως αναφέρει και η Διώνη Δημητριάδου στο κριτικό της κείμενο στο ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal: «Τα ποιήματα της συλλογής συνιστούν ένα όλον, καθώς το ένα μοιάζει να συνεχίζει το άλλο, ίσως από διαφορετική οπτική γωνία με τις τρεις φωνές Α΄ Β΄ Γ΄ να εναλλάσσονται σ’ αυτή την ιδιόμορφη αφήγηση μιας ιστορίας συνεύρεσης, μοναξιάς, συνειδητοποίησης εν τέλει».

Στο εξαιρετικό ποίημα «Απόφαση βραδιάς με πανσέληνο», η ποιήτρια απαντά στο ποίημα «Αιφνιδιασμός». «Δεν σε αιφνιδίασα./ Δεν έβλεπες. Γι αυτό δεν είδες τα σημάδια./ Πολλά, μέρα τη μέρα πλήθαιναν./ Είναι ένα ρίσκο.» Με τόλμη και ειλικρίνεια επιχειρεί μια καταβύθιση στη μνήμη και την οδύνη του “κάμπου” με εξαίσιες ποιητικές εικόνες. Στους στίχους αυτού του ποιήματος συστεγάζονται η άφατη τρυφερότητα της αφής: «Σε τυλίγω με τα μεγάλα μου χέρια/ Κουρνιάζεις και ηρεμείς./ Σε φιλώ απαλά/ σε κοιτώ βαθιά/ απομνημονεύω την εικόνα σου.» και ο σωματοποιημένος πόνος: «Σε μέμφομαι για την πικράδα στο στόμα μου/ για τη χορταριασμένη αγκαλιά μου./ Ο κάμπος ξέρει πως είμαι άδειος / εγώ πονάω για τα ουδέτερα μέλη μου/ βαλτώνω στη λάσπη.»

Μα στον αντίποδα υπάρχει το ποίημα «Να γινόταν» ένα ποίημα που υπερασπίζεται το όνειρο και δίνει με λέξεις τρελά φιλιά στην ουτοπία.

Ωστόσο η συλλογή δεν περιορίζεται στις ποιητικές εκφάνσεις της αφής.

Η Κούλα Αδαλόγλου μιλά χωρίς διδακτισμούς για τις σύγχρονες τραγωδίες, την ατομική και συλλογική ενοχή, τους πολέμους που «γέμισαν τα νερά θάνατο./ Θέλω πίσω τα νησιά μου/ Αυτές οι θάλασσες θα κουβαλούν για πάντα το βαρύ φορτίο τους./ Ψάρια γκαστρωμένα κακό/γυάλινα μάτια θα κοιτάζουν την αντανάκλαση των νεκρών ονείρων./ Και το σκούρο δέρμα στις ακτές μια χαίνουσα ενοχή.»

Το μυστήριο των προθέσεων της ποιήτριας δεν ξεδιαλύνεται παρά μόνο στο τελευταίο ποίημα όπου ο αναγνώστης ανακαλύπτει και αισθάνεται τον ισχυρό δεσμό της ποιήτριας με τους ήρωες και τις φωνές τους. Η ποιήτρια αγαπά βαθιά τους ήρωές της, όχι μόνο σαν αναπόσπαστο κομμάτι της έμπνευσής της, μα κυρίως σαν προέκταση της πιθανότητας σωτηρίας τους από τη λήθη. «Αργότερα έστρωνα τραπέζι, έβαζα πιάτα και ποτήρια γι αυτούς./ Πολλά βράδια έπινα το τσάι μου μαζί τους, οι γεύσεις και τα /φλιτζάνια που τους άρεζαν.// Κι ύστερα άρχισα να γράφω όσα νόμιζα πως είχαν να πουν, να /συνθέτω τις σκέψεις τους, να προδιαγράφω το μέλλον τους. / Η συνέχεια έμοιαζε αναμενόμενη./ Ή μήπως τους αγάπησα πολύ;» Είμαι σίγουρη ότι τους αγάπησε πολύ γι αυτό τους φυγάδευσε στα ποιήματά της. Κι αυτή ακριβώς η αγάπη προσδίδει στην Εποχή αφής ένα ιδιαίτερο γνώρισμα που δεν απαντάται συχνά. Αυτή η συλλογή θα μπορούσε να διαβαστεί και από το τέλος χωρίς να χάσει τίποτε από την αισθητική αξία των ποιημάτων της.

Είμαι πεπεισμένη πως η ποίηση της Κούλας Αδαλόγλου παραμένει αυθεντική και διαρκώς πρωτότυπη, όπως τα δαχτυλικά αποτυπώματα των χεριών (και των λέξεων) που χαράζουν χάδια.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Elliott Erwitt.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.