εμπιστοσύνη θανάτου

Κάθε μέρα με σκοτώνω,
Κάθε μέρα εμπιστεύομαι
Διαλέγοντας να ζήσω.
Εμπιστεύτηκα νερό με χλώριο
πιο συχνά απ’ ό,τι το κελαρυστό,
το πρόσταξε ο τόπος μου γιατί βουνό μου τάχθηκε
η τσιμεντένια έπαρση
και λόγισα στη θάλασσα πνιγμό
κόβοντάς της λίγο το κύμα κάθε φορά,
λίγο από τη βλάστηση του παφλασμού
ν’ αντιμιλήσω στο ξερό του βράχου
γνωρίζοντας πως με την πλησμονή της
θα αναπληρώσει την πληγή
καθώς χταπόδι που ’χασε πλοκάμι.
Μου στοίχισε τόσο αλάτι να έχω μέσα μου
Μου στοίχισαν ο θερισμός του φόβου
Το Δίκαιο της άνωσης και της Μηχανικής
Και ο λόγος με δομή υγρών κρυστάλλων
Στο στόμα της Σθενέβοιας
Ήμουν η πέτρα του Σισύφου
Σαν τόλμησα την πτώση
Απ΄ τους γλουτούς της γλώσσας της
Πιο πάνω κι απ’ τα σύννεφα
Στο θόλο της γενιάς υγρών κρυστάλλων.
Εμπιστευόμενος βαρύτητα
Που συγκρατεί Σελήνη στην προσμονή του τόξου
Το ύψος έγδυσα απ’ την απόσταση
Και ομολογώ, δεν το περίμενα πως
Τόσοι είχαν απλώσει λωρίδες ουρανού
Να μη βρεθώ μονάχα αίμα καταγής
Στη δωδεκάτη ώρα της αιχμής.
Κάθε μέρα με σκοτώνω
Καθώς,
Κάθε μέρα εμπιστεύομαι
Διαλέγοντας να ζήσω.

***

Πάντα Βρέχει

Έβγαζα τα χρώματα του φαναριού
Σαν μάτια από Γραίες,
Έτσι μου πρόσταξε η Αθήνα
Καταμεσίς στον Αύγουστο Δεκέμβρη
Τυφλό πια το φανάρι
Και πάτησα γκάζι
Βρισκόμενος υπερσυντέλικος
Στο μέλλον Παλαιόκαινου
Όπου γεννιέται το φιλί
Αφήνοντας το πέρα βρέχει για το Πάντα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Lee Friedlander.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.