«…πίνουν σαν ζαχαρόνερο τη μισόφωτη ανακούφιση…»
Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε

Στις οκτώ ακριβώς πατούσα το τελευταίο σκαλοπάτι πριν από την εξώπορτα της πολυκατοικίας, όταν άκουσα τον διαχειριστή να με φωνάζει. «Δεν σας βρήκα χθες να σας ενημερώσω. Θα έχουμε μία διακοπή ρεύματος απόψε, από τη μία έως τις έξι περίπου. Ευτυχώς είναι βράδυ και δεν θα μας επηρεάσει πολύ. Καλημέρα». Ανακάτεψα βιαστικά το στέρνο μου για να βρω το ευχαριστώ, το έπιασα από την άκρη και του το έδωσα κι ύστερα έφυγα νομίζοντας πως αφήνω πίσω μου κάποιον αγγελιαφόρο με σανδάλια, χιτώνα και πέτασο.

Χρειάζεται ψυχραιμία. Πάνω απ’ όλα ψυχραιμία. Έτσι σκεφτόμουν καθώς οδηγούσα. Έχει συμβεί, έλεγα, και στο παρελθόν και το αντιμετωπίσαμε. Εκείνη τελειώνει τη δουλειά της στις επτά. Μέχρι να γυρίσει στο σπίτι θα έχει περάσει περίπου μία ώρα. Θα της προτείνω να βγούμε για φαγητό. Μιας και γνωρίζω τις αδυναμίες της, θα την πάω σ’ ένα καινούριο εστιατόριο που είμαι σίγουρος ότι θα της αρέσει. Θα περάσουμε τόσο καλά που, επιστρέφοντας στο σπίτι μετά το δείπνο, τίποτα δεν θα καταφέρει να μας χαλάσει το βράδυ.

Όπερ και εγένετο. Εντυπωσιάστηκε με την πρωτοτυπία του μενού. Γι’ αρχή, προτιμήσαμε κάτι μαλακό, τόσο μαλακό ώστε να μπορεί να το φάει κι ένα μωρό με το αραιοκατοικημένο στόμα του. Λέξεις χωρίς κόκαλα ή κουκούτσια∙ ακίνδυνες. Επιπλέουσες σαν μικρά κομμάτια ψωμιού μέσα στη σούπα. Ιατρικώς προτεινόμενες για ταχύτερη ίαση. Συνεχίσαμε με πιο πικάντικες αδιαφορώντας για τις θερμίδες και τα περιττά λίπη, γιατί πού και πού χρειάζεται και μια λεκτική ατασθαλία. Πώς αλλιώς να νιώσει κανείς άνθρωπος αν συνεχώς προσέχει να μην έχουν οι λέξεις του πολλή ζάχαρη ή πολύ αλάτι. Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας με ευκτικές οινοπνευματώδεις και διαυγείς.

Η ώρα είχε πάει δώδεκα και μισή όταν καθόμασταν πια στις θέσεις του αυτοκινήτου, σιγοσφυρίζοντας μια μελωδία από ναφθαλίνη. Προτού φτάσουμε στην πυλωτή, είχε αποκοιμηθεί με το κεφάλι γερμένο προς τη μεριά του ανοιχτού παραθύρου. Την σκούντηξα ελαφρώς για να ξυπνήσει και την ανέβασα, υποβασταζόμενη, στο διαμέρισμα. Την ξέντυσα με διακριτικές κινήσεις, της φόρεσα το νυχτικό και την εναπόθεσα στο κρεβάτι, χαρούμενος που τα είχα καταφέρει τόσο καλά. Όπως φαίνεται, αυτή η διακοπή ρεύματος δεν θα προκαλούσε καμία ταραχή τελικά. Είχα μόλις ακουμπήσει το κεφάλι μου στο μαξιλάρι την στιγμή που, σχεδόν υπνοβατικά, με πρόσταξε: «Άναψε το φως». Έκανα πως δεν την άκουσα κι εκείνη, σαν να της είχε φύγει ολωσδιόλου η διάθεση για ύπνο, επανέλαβε αργά: «Άναψε το φως». Γύρισα να την αγκαλιάσω, αλλά μ’ έσπρωξε ταραγμένη. «Γιατί δεν ανοίγεις το φως;», ρώτησε απειλητικά.

Και τότε στάθηκε εμπρός μου η πρώτη νύχτα που κοιμηθήκαμε μαζί, με το μικρό πορτατίφ αναμμένο ολονυχτίς. Τόσα χρόνια που είμαστε παντρεμένοι, το πορτατίφ δεν έχει σβήσει παρά για λίγο, μία μοναδική νύχτα, γιατί αν σβήσει εκείνη πείθεται πως είναι νεκρή κι αρχίζει να δυσανασχετεί πραγματικά μέσα στο φέρετρό της, ακόμη κι αν, όπως λέει, είναι από ημίθαμνο σφενδάμι. Ψάχνει το αριστερό της χέρι κι υποστηρίζει ότι δεν το βρίσκει γιατί το έχει καταπιεί η σελήνη. Αγριόχορτα φύονται στα μάτια και λίγο χαμομήλι. Στο στήθος το σημάδι απ’ το φιλί του ποντικού και στην κοιλιά μία καταστροφή σε σμίκρυνση, ένα ολοκληρωτικό καθεστώς κρυμμένο στα έγκατα του ομφαλού.

Ωστόσο, μόλις ανάψει το φως, η σελήνη γίνεται εκείνη η φεγγαροπρόσωπη κόρη που τραγουδούσανε κάποτε στο χωριό –ίσως, μάλιστα, να συνεχίζουν να την τραγουδάνε οι πέτρες και τα βουνά–, το χαμομήλι το βράζει και το πίνει κάποιο απόγευμα μ’ αέρα, το ποντίκι το τρώει η γάτα και στον αφαλό κρύβεται η λέξη από ένα ποίημα που όλο προσπαθεί να γράψει, όμως αυτό σφηνώθηκε στο «δ» της Σαμαρκάνδης ιδιωτεύοντας στους γαλάζιους τρούλους της.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.