Η αέναη αναζήτηση της ολότητας

Στο πρώτο ποίημα της νέας ποιητική συλλογής του Θανάση Χατζόπουλου με τίτλο Φιλί της ζωής, από τις εκδόσεις Κίχλη, διαβάζω:

«Πώς σου έδωσα την ύλη μου
Όλη μου την αριστερά
και σκαν τα κύματα βαριά στον κουφωμένο βράχο
Βουίζει η αντάρα τους στο πλευρικό κενό
Κι ετάζει της καρδιάς μου, αυτής
Που σου τη χάρισα να πάλλει

Ήχους
Γυμνούς
Ρυθμούς
Ερυθρούς».

Με την άρτια μουσική λιτότητα αυτών των λιγοστών στίχων, εισερχόμαστε στο κέντρο της ποιητικής του Χατζόπουλου, στο κέντρο δηλαδή της ερωτικής εμπειρίας.

Στο ερωτικό βίωμα αλλοιώνεται η σχέση μας με την πραγματικότητα. Η αποκάλυψη του μέχρι πρότινος καλά κλεισμένου εσωτερικού εαυτού, η εξωτερίκευση και το μοίρασμα μύχιων πτυχών του, δημιουργεί ρήξη και θραύσματα στην υπάρχουσα βεβαιότητα της εξωτερικής πραγματικότητας. Ταυτόχρονα όμως φέρνει στην επιφάνεια την επιθυμία της αναζήτησης μιας a priori χαμένης ολότητας. Γι’ αυτό στο ερωτικό συναίσθημα η απώλεια, είναι απώλεια του ναρκισσιστικού εγώ, που αντανακλάται στον πόνο της αποχώρησης. Η αποχώρηση αυτή δεν είναι οριστική. Σε κάθε πλευρά που φεύγει, έρχεται μία άλλη να τη γεμίσει. Ο Ροσνάρ στους Έρωτες έγραψε «Στο ήμισύ του κολλώ ξανά το ήμισύ μου» (Ρολάν Μπαρτ, Απόσπασματα του Ερωτικού Λόγου). Το «όλον» το ερωτικό σημαίνει απώλεια των γνωστών θέσεων και αναδημιουργία με νέα υλικά. Ο Φαίδρος αναζήτησε την τέλεια εικόνα του ζεύγους, ενώ ο Φρόυντ μίλησε για την μείξη των υποστάσεων δύο ατόμων. Τα άτομα δεν διαστέλλονται για να χωρέσουν το παν. Δίνουν τα πλευρά τους, μπλέκουν τα χέρια τους, δανείζονται τις ανάσες και σκέφτονται μέσα στον άλλο, άρα μετατρέπονται συνεχώς εμφορούμενα από την αμόλυντη χαρά της κατάργησης ταυτοτήτων. Η απουσία της πλευρικής ύλης σημαίνει κατά βάθος την αναζήτηση μιας πρώιμης ολότητας.

Στο δεύτερο μόλις ποίημα αισθητοποιείται αυτή η απουσία.

«…Το χέρι μόνο του απομένει
Μες στον δικό της μισεμό. Πονάει

Τη θέρμη της αρπάγης του άλλου
Χεριού
Ακόμα
Όταν θυμάται

Ανοιγοκλείνει άδειο».

Ο Ουγκώ έγραψε «Γυναίκα για ποιόν κλαις-Για τον Απόντα». Τίποτα πιο οδυνηρό από τη μνήμη του άλλου που φεύγει. Και χωρίς τη λήθη η απουσία δεν αντέχεται. Ο Βέρθερος καταλήγει επειδή δεν μπορεί να ξεχάσει, να λησμονήσει. Η μνήμη του χεριού που χάθηκε και έμεινε το άλλο να προσμένει, ανοιγοκλείνοντας στο κενό, είναι εικόνα «θανάτου». Το σώμα πεθαίνει από την πολύ μνήμη. Η μνήμη του σώματος είναι η μνήμη για τον άλλο, διά του οποίου έχουμε γνωρίσει την ευάλωτη αλήθεια μας.

Η ποιητική συλλογή του Θανάση Χατζόπουλου, αποτελείται από είκοσι εννέα ποιήματα χωρίς τίτλους. Μία σύνθεση, για το ερωτικό συναίσθημα, δοσμένη ωστόσο πιστεύω και από την εμπειρία της ψυχανάλυσης. Γι’ αυτό και η τόσο βαθιά και στοχαστική ματιά του επάνω στο ερωτικό φαινόμενο. Τα βλέμματα, οι παλμοί της καρδιάς, τα αγγίγματα στα σώματα, τα πέλματα, τα στήθη και τα χείλη, είναι τα σύνεργα του ερωτικού βιώματος που υπάρχει μόνο ως κάτι οριστικό και αιώνιο. Η ύπαρξη αποκτά παρουσία από τις μικρές εντάσεις του ερωτικού σώματος που διαστέλλουν τον χρόνο. Οι εντάσεις αυτές πετυχαίνονται με τα μεταφορικά σχήματα λόγου όπου η φύση του σώματος αποκαλύπτεται μέσα από τα φυσικά φαινόμενα («Το άνοιγμα στα πόδια σου/ Ίδιο μηνίσκιος της σελήνης», «Στο χάδι σου μέσα ας σταθώ/Όπως ζαρκάδι, η φλέβα του/Εκεί που πάει να ησυχάσει πάλλεται», «Στις αμμουδιές που πήρανε τα βλέμματα/Και τά ‘ριξαν σαν πετονιές στην άκρη», «Πώς κυματίζει το στήθος σου/Ανασηκώνοντας μιας φουσκοθαλασσιάς/Τον σάλο»), τονίζοντας με αυτό τον τρόπο και το άπειρο της πραγματικότητας.

Στα ποιήματα του Θανάση Χατζόπουλου, διακρίνονται κυρίως τρεις ερωτικές διαστάσεις που μορφοποιούν αυτή τη δίχως όρια πραγματικότητα. Η παιδική, η σωματική και η χρονική. Με την παιδική, («Μας πήραν τα ταξίδια και μας πήγανε/Ώσπου οι καρδιές να ξανασμίξουν/ Και να γίνουν /Δυο παιδιά που παίζουνε μαζί» και «Παιδιά της πιο λαμπρής λιακάδας/Μέσα στο καταχείμωνο/Το κρύο της να τσούζει»), επανερχόμαστε πάντα στο μοτίβο της περιπλάνησης. Στην αναζήτηση εκείνου που θα δώσει εικόνα και ταυτότητα στον εαυτό μας. Μία νοσταλγία που στην ενήλικη εκδοχή της γίνεται επιθυμία, για κείνο που ήταν απαγορευμένο και που συνδέεται, άρα, με το αίσθημα της απουσίας.

Η σωματική διάσταση καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής συλλογής. Παντού σώμα και ρυθμός. Απτότητα, φθαρτότητα και χρώμα. «Πως κυματίζει το στήθος σου», «Από τα χείλη ως τους μηρούς», «Τον σάρκινο παλμό που μεταδίδει», «Το σώμα σου πλέκει τον μίτο γύρω μου», «Καρφώθηκα μέσα στο σώμα μου». «Το αποτύπωμα του σώματός σου». Στίχοι προσωπικής σωματογραφίας για ένα μεστό και ταυτόχρονα άπειρο σώμα, που συνήθως προσδιορίζεται είτε σε σχέση με τα διάφορα φυσικά φαινόμενα, είτε σε σχέση με άλλο σώμα. Στο ποίημα,

«Οργώνοντας το σώμα σου
Σκαμπανεβάζω σε θάλασσα τρικυμιώδη

Η πλώρη μου τη μια γυρνάει στον ουρανό
Την άλλη στα τρίσβαθα αγναντεύει
Της ψυχής σου
Και πάει του βάθους

Στο πιο κρυφό σημείο που δεν γνωρίζεις
Το σώμα σου»,

θυμίζει αυτό που γράφει ο Aldo Carotenuto «.. η πίστη στο σώμα και η πίστη στην ψυχή δεν είναι δύο πράγματα που μπορούν να διαχωριστούν, γιατί η μία είναι απλούστατα ο καθρέφτης της άλλης» (Aldo Carotenuto, Έρως και Πάθος, εκδ. Ίταμος, μτφρ. Κούλα Καφετζή). Ο πόθος του σώματος είναι μία πηγή γνώσης για τον εαυτό μας.

Τέλος η χρονική διάσταση που εμποτίζει κατά κάποιο τρόπο όλες τις προηγούμενες. «Μέσα στο χάδι σου από μικρός/ Ο χρόνος μεγαλώνει», «Βαθιές ανάσες χρόνου/Απ’ το βυθό στην επιφάνεια/ Εσχάτων μνήμη», «Ανάμνηση του μέλλοντος/Και προσδοκία του παρελθόντος», «Μέχρι το ελάχιστο ίχνος χρόνου», «Ανάγκη πάλι να ξεχάσεις το χέρι σου/Μες στο δικό μου». Ο ποιητής χωρίς να παρασύρεται σε επιμέρους χρονικούς προσδιορισμούς, αφήνει να διαπερνά όλη τη συλλογή μία έλλογη αχρονία, όπως ταιριάζει στον χώρο που αναπτύσσεται το ερωτικό συναίσθημα. Είναι ο εσωτερικός χώρος που το εγώ χάνει την κυριαρχική του έννοια, αλλά όχι τον βαθύ υποκειμενισμό του. Γι’ αυτό αναζητά πάντα τη μορφή του άλλου, από την οποία θα φτιάξει ανακαλώντας εικόνες το προσωπικό του είναι.

Η συλλογή τελειώνει με μία εικόνα πλήρους ερωτικής ανάπαυσης. Μία Κυριακή απόγευμα, ημέρα νωχελικότητας και κάθε αργίας, το αντικείμενο του πόθου ξυπνά και το χέρι του αυτή τη φορά βρίσκεται στην αριστερά πλευρά του ποιητικού υποκειμένου. Επανήλθε η τάξη των πραγμάτων; Εκεί που έσκαγαν τα κύματα στο πλευρικό κενό πάλι της αριστερής πλευράς, τώρα ένα χέρι κείτεται μουδιασμένο. Είναι αυτά τα μέρη της ύλης που ποτέ δεν χάνονται. Η αέναη αναζήτηση της ολότητας είναι στην ουσία μία στάση αναμονής και απόλαυσης. Μία προσδοκία ζωής που χαρακτηρίζεται από τη μεγαλοπρέπεια της ένωσης, όπου χωρίς βάρος θα περιστρέφεται «μετέωρη στα χάη». Ή όπως περιγράφει ο Ρόμπερτ Μούζιλ στον «Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες» (μνημονευόμενος πάλι από τον Μπαρτ στα Αποσπάσματα), «και μέσα σ’ αυτή την ανάπαυση, όντας ένα πράγμα και αχώριστο, αχώριστο ακόμη και στο βάθος του εαυτού τους, (….), αυτή στεκόταν ορθή μέσα σ’ αυτή την ανάπαυση σάμπως μπροστά σε ανατολή ηλίου και μέσα του χανόταν ολόκληρη, η ίδια μαζί με τις γήινες ιδιοτροπίες της».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.