ΑΝΤΙΟ ΙΩΑΝΝΑ ή ΜΙΑ ΑΠΩΛΕΙΑ ΕΥΤΥΧΗΣ ΚΑΙ ΕΓΚΟΣΜΙΑ, ΟΜΩΣ ΜΕ ΚΑΠΟΙΟ ΠΕΝΘΟΣ

στον Δ.Κ.

Δεν θυμάμαι ακριβώς ποια χρονιά ήταν που έφυγε. Θυμάμαι όμως πως βρέθηκα εκτός του μικρού, δροσερού τόπου που ο (σχεδόν αδελφικός) ίσκιος της όριζε στη λιακάδα του παιδικού σπιτιού, κάπως εσπευσμένα. Όπως ο τελευταίος, αποκοιμισμένος επιβάτης ενός τραίνου που έφτασε στο τέρμα ή ενός μεγάλου, τροχήλατου ίππου, που σταμάτησε έξω από τα τείχη οχυρωμένης πόλης.

*

Καπνός στο χωλ το μεσημέρι. Εκεί όπου βλέπω τηλεόραση ξαπλωμένος στον καναπέ του σκοτεινού σαλονιού, τα παντζούρια κλειστά για να μην μπαίνει η ζέστη του καλοκαιριού. Η μητέρα λείπει στη δουλειά, ο πατέρας με τον μικρό αδελφό μου κοιμούνται στο μεγάλο υπνοδωμάτιο και η θεία μου στον καναπέ του παιδικού δωματίου. Ο μελισσοκόμος, σύμβολο γητείας, μπήκε κρατώντας προτεταμένο το καπνιστήρι του, που φέρνει ζαλάδα και υποταγή όπως το μαχαίρι του ταυρομάχου στην πλάτη του ταύρου. Με το άλλο χέρι βαστάει ένα ξύλινο κουτί.

«Τι θέλεις;»

«Κάποιος από αυτούς που αγαπάς και κατέχεις ανήκει τώρα σε μένα»

Η θεία Ιωάννα, αδελφή της μητέρας μου, έμενε με μας όσο ήταν φοιτήτρια, ώσπου αρραβωνιάστηκε. Κοιμόμασταν μαζί σε έναν καναπέ που άνοιγε, μέχρι να γεννηθεί ο αδελφός μου και για όσο εκείνος, μωρό, κοιμόταν στο υπνοδωμάτιο των γονιών. Χωμένος στον Δούρειο Ίππο της έμπαινα κρυφά στον τόπο των μεγάλων. Μου έδωσε να δοκιμάσω τη γεύση του καφέ φραπέ και βλέπαμε μαζί θρίλερ τα βράδια κρυφά στο σαλόνι. Ακούγαμε τραγούδια ποπ της εποχής (τέλη του ’80, αρχές ’90) στο ραδιόφωνο, καθώς μελετούσε. Ερωτεύτηκα τη φίλη της απ’ τη Σχολή, που την επισκεπτόταν συχνά και που κάποτε είδα γυμνή ανοίγοντας (κατά λάθος) την πόρτα του μπάνιου όσο πλενόταν. Η εικόνα αυτής, ερωτική όσο και αρχαία, λόγω της ερυθρότητας από την ακμή που είχε στο πρόσωπο και των πλούσιων καμπυλών, στέκει σε μια προθήκη της μνήμης μου σαν το αγαλματάκι της Αφροδίτης του Βίλλεντορφ.

*

Στο ευτυχές τέλος του Δράκουλα με τον Κρίστοφερ Λι, που είχαμε δει με την Ιωάννα μια καλοκαιρινή νύχτα ενώ οι γονείς μου κοιμόντουσαν, ο ήρωας ανοίγει την κουρτίνα και το φως Τον κάνει σκόνη

-αν άνοιγα κι εγώ τώρα;

Καθώς σηκώνομαι να πάω προς την μπαλκονόπορτα, για να τραβήξω τις γρίλιες, Εκείνος κλείνει το κουτί, από την άκρη του οποίου εξέχουν τα πόδια της θείας μου με τα άσπρα τσόκαρα που φορούσε τότε τα καλοκαίρια. Ανοίγει την πόρτα και φεύγει όπως ήρθε, μέσα στους καπνούς, για να καλέσει το ασανσέρ της πολυκατοικίας.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: David Hurn.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.