Μιά λάμψη τοῦ φάνηκε νά τρύπησε αἴφνης τήν πυκνή ὁμίχλη, στή γωνιά τοῦ ψηλοῦ μαντρότοιχου τῆς αὐλῆς τοῦ Τσόγκα, ἔτσι ὅπως ἔσκυβε νά κόψει μερικά κλωνιά ἀρμπαρόριζα γιά τό κυδώνι πού ’φτιαχνε ἡ γιαγιά. Παραξενεύτηκε. Σκέφτηκε νά πάει κατά κεῖ, ἀλλά ἡ κιτρινωπή, ὅμοια μέ συγκομισμένο ὑγρό βαμβάκι, πηκτή ἀτμόσφαιρα τοῦ δημιουργοῦσε δισταγμό. Κοκκάλωσε κι οὔτε κίχ! Ἄλλωστε, ἦταν μαθημένος τρόμους κι ἐφιάλτες νά τούς καταπίνει ἀμάσητους.

Ἀπροσδόκητα, ἡ βαρειά κουρτίνα μπρός του σκίστηκε καί τόν εἶδε! Πελώριος! Τό σῶμα του κάλυπτε τή μισή πλευρά τῆς θεόρατης μάντρας. Ἡ πανοπλία του ἄστραφτε παρ’ ὅλη τή μουντάδα, τή θολούρα! Τόν κοίταξε μέ μάτια διάπλατα, στόμα ἀνοιχτό. Μέ ἀργές κινήσειςἐκεῖνος σήκωσε τό μέτωπο τῆς περικεφαλαίας κοιτάζοντάς τον τρυφερά ὅσο κανείς ὥς τότε∙ ἀμέσως μετά παιγνιδιάρικα, ὅπως πρίν ἀπό ἐκκολαπτόμενη ζαβολιά. Ὕστερα λασκάρισε μαλακά τίς παραγναθίδες, τήν ἔβγαλε, τοῦ τήν ἔδωσε. Ἄν κι ἔμοιαζε ἀσήκωτη -πιό ἐλαφριά ἀπό πούπουλο. Τό λοφίο της μεγαλύτερο ἀπό τόν παιδικό κορμό του.

Πιάσαν κουβέντα, παρ’ ὅλο πού τοῦ ’καναν πλύση ἐγκεφάλου νά μή μιλάει μ’ ἀγνώστους.Ὡστόσο, αὐτός δέν ἦταν τέτοιος! Γνώριζε τούς πάντες καί τά πάντα: τ’ ὄνομά του, τήν ἄρνησή του μέ τίς κλίμακες στό πιάνο, τίς δυσκολίες μέ τή θεωρία τῆς ἁρμονίας πού ξεκίνησε ἐδῶ καί λίγο καιρό, εἶχε δέν εἶχε μπεῖ στά τέσσερα, τά μπερντάκια πού ἔπεφταν βροχή, τήν οἰκογένειά του ἕναν-ἕναν, τούς γείτονες, τούς παραδιπλανούς, τούς φίλους του, ἄλλους κι ἄλλους.

Ξαφνικά ἡ φωνή τῆς γιαγιᾶς ἀκούστηκε λές ἀπό τηλεβόα νά φωνάζει τ’ ὄνομά του. Ἀνέβηκε σφαῖρα τ’ ἄβολα εἰκοσάποντα ξύλινα σκαλιά νά τῆς δώσει τό μυρωδικό, καί τά ξανακατέβηκε δυό-δυό πηδώντας σάν ἀγριοκάτσικο. Εὐτυχῶς τόν πρόλαβε! Δέν θά ἐξαφανιζόταν, ὑποσχέθηκε.

Ἡ κρυψώνα του ἦταν ἐκεῖνο τό τεράστιο, γιά χρόνια ἀμετακίνητο μπαούλο, στό χαμηλοτάβανο κατώϊ. Νά λοιπόν γιατί ἄκουγε συχνά τριξίματα πού θύμιζαν σκουριασμένο μέταλλο, ἀσταμάτητα, ὧρες-ὧρες, κρίτς κράτς πού ἔβγαιναν ἀπό τό πολυκαιρισμένο ξύλο κι ἔμοιαζαν θαρρεῖς καί φούσκωνε, φούσκωνε, τόσο πού οἱ μεγάλες πρόκες του θά ἐκσφενδονίζονταν παντοῦ γύρω. Κάποιες φορές, ἡ ἀλήθεια, προσπάθησε νά τό ἀνοίξει, ὅμως τό λουκέτο ἦταν διπλάσιο σέ μέγεθος καί πλάτος κι ἀπό τίς δυό του χοῦφτες.

Ἔβγαινε, τοῦ ψιθύρισε μέ ὕφος συνωμοτικό, κάθε φορά πού ἡ Ἕρκυνα, φουρκισμένη ἀπό τίςἀνομίες, κάθε λογῆς ἀταξίες, τιναζόταν ἀπό τίς ὄχθες της στόν οὐρανό, κι ὕστερα πηχτό, βαρύ, ἀδιαπέραστο σύννεφο προσγειωνόταν σκεπάζοντας, πνίγοντας πόλη καί περίχωρα ἀπ’ ἄκρη σ’ἄκρη. Ἦταν ἕνας ἀπό τούς πολλούς ἱππότες της, ἐξ οὗ καί τ’ ὄνομά του: Ἑρκύνιος! Ἤδη γι’ αὐτόν: ὁ πρῶτος χειροπιαστός προστάτης κι ἥρωάς του. Κι ἀπό ἱστορίες!

Συνήθως, μόλις σουρούπωνε ξεπρόβαλλε ὁ σιδερόφρακτος ἀπ’ τήν κρυψώνα, κάθονταν μαζί στό παλιό κρεβάτι μέ τόν χαλασμένο σουμιέ, πού ἴσα ν’ ἀκούμπαγες κι ἔφτανε πάτωμα, κι ἄρχιζε τίς διηγήσεις γιά ὅσα εἶχαν δεῖ τά μάτια του, γιά κεῖνα πού ’χε ζήσει ἡ καρδιά του. Ἔγινε σκιά του• αὐτός, συχνά, τόν ἔκρυβε, τόν φιλοξενοῦσε στό σεντούκι. Τότε ἀπό μιά μυστική, ἀθώρητη σχισμή στόν ἐπαργυρωμένο θώρακά του γλιστροῦσε καί φώλιαζε γιά ὧρες, γιά μέρες ἡβαλαντωμένη του ψυχή ἀναπαλλόμενη στή φλογερή ψυχή τοῦ ἥρωά του.

Λίγο καιρό μετά, ὁ Ἑρκύνιος τοῦ ἀποκάλυψε πώς θά τόν ἔχριζε ἱππότη. Ὥσπου νά βρεῖ κατάλληλη στολή, νά φτάσει ἡ ὁρισμένη μέρα βρισκόταν σ’ ἔξαψη. Ἐκεῖνο τό πρωΐ σηκώθηκε ἀξημέρωτα. Κατέβηκε νυχοπατώντας τήν τριζάτη σκάλα. Στάθηκε ἀπέναντί του ἕτοιμος: περικεφαλαία τό σπασμένο τρυπητό, θώρακας ἀπό τήν ἀποκριάτικη στολή ἀρχαίου ἕλληνα, πού μετά κόπων καί βασάνων πῆρε ἀπό τόν ξάδελφό του, τό πλαστικό σπαθί περασμένο στήν μονίμως ξηλωμένη ἀριστερή ραφή τοῦ κοντοῦ παντελονιοῦ του, περικνημίδες κι ἐπιγονατίδες ἀπό τετραπλό λάστιχο καλτσοδέτα, μέ τό ὁποῖο ἡ γιαγιά ἐπιδιόρθωνε τίς σκελέες τοῦ παπποῦ, ἕνα μετάλλιο ἐκείνου ἀπ’ τόν Ἀλβανικό, πού κατέβασε ἀπό τά εἰκονίσματα κρυφά, καί γιά κοντάρι ὁ ξύλινος, λεπτός, μακρύς μπλάστης γιά τά φύλλα τοῦ μπακλαβᾶ, προῖκα τῆς γιαγιᾶς, φερμένος ἀπό τήν Πόλη, πού τόν εἶχε πιό πολύτιμο κι ἀπό τή βέρα της ἀκόμη. Τό πιό σπουδαῖο: ὁ ὅρκος πού ἐπαναλάμβανε ἀργά, λέξη-λέξη: «νά ’μαι ἐνάρετος, γενναῖος, δίκαιος, νά παίρνω τήν εὐθύνη πού μοῦ ἀναλογεῖ, νά φυλάττω πίστη, νά κρατάω μυστικά ἑπτασφράγιστα. Καλλίτερα ἱππότης παρά σκλάβος». Κι ἀμέσως μετά, ἀφοῦ τόν ἄγγιξε στόν ὦμο ἐλαφρά μέ τό καλογυαλισμένο του κοφτερό σπαθί, μέ δόξα καί τιμή τοῦ ἀπένειμε τόν τίτλο: φύλακας στό σεντούκι!

Ἔκτοτε, σέ κάθε περίσταση: «νά παίρνω τήν εὐθύνη, νά ’μαι δίκαιος, γενναῖος…» Ἐκεῖνο τό σεντούκι σέ κάποια ἀπό τίς πολλές μετακομίσεις κάπου ξεχάστηκε. Ποῦ φύλαγε τήν καρδιά του; «Νά κρατάω μυστικά ἑπτασφράγιστα»…

Τό μεγαλύτερο, τό πιό μικρό κουτί, εἴτε μπαουλάκι μνήμης παρόμοιο ἤ αὐτό ἀκριβῶς τῆς Ν., είτε ξυλόγλυπτο διακοσμητικό, εἴτε κάποιο περίφημο ξύλινο ἀπό πούρα, τό πιό μηδαμινό κι ἀνίδωτο κουτάκι, ἡ ἀθόρυβη, ἀθώρητη ζωή του-φύλακας στό σεντούκι.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.