Μετάφραση: Κώστας Λιννός

ΜΟΝΟΣ

Ηλιοβασίλεμα, κι ο ελαιώνας φλέγεται
Στον μακρινό λόφο. Κατεβαίνουμε
Μέσα στις επιθετικές σκιές
Της γιδοβοσκής, κι ο αέρας

Βαθαίνει σαν καπνός.
Ήσουν πίσω μου, αλλά όταν στράφηκα
Υπήρχε η λογομαχία των κορακιών
Και το μακρύ γρασίδι που υψωνόταν στον άνεμο

Κι οι φουσκωμένες κορφές του σταριού
Γέρνοντας στο νερό κάτω από έναν μαύρο ουρανό.
Ολόγυρά μου οι χιλιάδες
Μικρές διαψεύσεις της μέρας

Υψώνονταν σαν έντομα στο φλόγισμα
Μιας παλιάς αλήθειας, και κάποιος μόνος
Ακολουθώντας μια σπασμένη γραμμή από πέτρες
Προς τον βαθύ και άναστρο ποταμό.

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Αυτό δεν έχει καθόλου να κάνει με τον πόλεμο
Ή το τέλος του κόσμου. Εκείνη
Ονειρεύεται ότι υπάρχουν γκρίζα ψαρόνια
Στη χειμωνιάτικη χλόη και τα μπουμπούκια
Απ’ τις πορτοκαλιές της επόμενης χρονιάς
Παράπλευρα στις εφετινές πορτοκαλιές, κι ο ήλιος
Είναι ακόμα ψηλά, ένας υδάτινος κύκλος
Φωτιάς εγκατεστημένος στον ουρανό
Την ώρα του δείπνου, αλλά δεν υπάρχει καμιά
Φλόγα να διατρέχει το σπίτι
Ή να απειλεί το κρεβάτι. Όταν
Ξυπνά το τηλέφωνο κουδουνίζει
Σ’ ένα μακρινό δωμάτιο, αλλά εκείνη
Δεν πηγαίνει να απαντήσει. Κανείς
Δεν είναι στο σπίτι μαζί της, και τ’ αμάξια
Περνώντας μπροστά απ’ την οικία
σφυρίζουν
Στη βροχή. ″Τα παιδιά μου!″
Σχεδόν λέει, αλλά δεν υπάρχουν πια
Παιδιά στο σπίτι, δεν υπάρχουν πια
Εκείνοι που θα στρέφονταν προς αυτήν,
Με τα δάκρυα να τρέχουν στα πρόσωπά τους,
Και ζητώντας τη συγχώρεσή της.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΡΑΝ

Γεμίζει τα παρτέρια των λουλουδιών με φύλλα,
Κουρέλια, νοτισμένο χαρτί, δένει με σπάγκο
Τη λεμονιά, αλλά ο χειμώνας χαράσσει
Τα χαρακτηριστικά του στον ξεριζωμένο μίσχο.

Βλέπω τη φλέβα του λαιμού της στη θέση της
Κι όπου οι μικρότερες έχουν σπάσει
Κάνοντας μπλε το δέρμα, κι όπου οι σκοτεινές
Κρύες γραμμές της κούρασης έχουν καταφαγωθεί

Μες απ’ το στρίψιμο του κόκαλου.
Στον σκληρό τόπο όπου ο Αδάμ ξεστράτισε,
Όπου τίποτα εκτός απ’ τις επιθυμίες του δεν παραμένει,
Τι κάνουμε γι’ αυτούς που χρειαζόμαστε,

Γι’ αυτούς των οποίων η ανάγκη για εμάς υποφέρει
Ακόμα και τη γνώση του τι είμαστε ;
Στρέφομαι σ’ εκείνη που το μέλλον της κρατά
Την υπόσχεση του Δεκεμβριανού αέρα –

Τη ζωντανή μου γυναίκα, Φράνσις Λεβίν,
Τη μητέρα του Θήοντωρ, του Τζων, και του Μαρκ∙
Απ’ οτιδήποτε έχουμε υπάρξει
Θα φτιάξουμε κάτι για το σκοτάδι.

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΔΕΙΠΝΟ

Έχει δειπνήσει μιλώντας
Με την τηλεόραση, έχει πιεί
Καφέ και μπράντυ, έπλυνε
Τα πιάτα και παρασύρθηκε μέσα
Κι έξω από τον ύπνο μ’ ένα βιβλίο
Που βρήκε δίπλα στον καναπέ. Είναι ώρα
Να πάει στο κρεβάτι, αλλά εκείνη αντίθετα
Πηγαίνει στη μπροστινή πόρτα, την ξεκλειδώνει,
Και βηματίζει πάνω στη βεράντα.
Πίσω της μπορεί μόνο ν’ ακούσει
Τη σιωπή του σπιτιού. Τα φώτα
Ρίχνουν τη σκιά της κάτω στα σκαλιά
Και πάνω στη χλόη, και περπατά
Προσεχτικά να τη συναντήσει. Τώρα
Στέκεται στην πελώρια, ψιθυριστή
Αρένα της νύχτας, ακούγοντας
Την ίδια της την ανάσα να αποσπάται
Απ’ αυτήν σαν τις κραυγές ενός ζώου.
Μπορούσε να συνεχίσει να προχωρά μέσα
Σ’ οτιδήποτε η σκοτεινιά φέρνει,
Μπορούσε να βρει μια παρουσία εκεί
Που τα τρεμάμενα χέρια της να πάρουν
Και να κρατήσουν, αντί το ένα το άλλο.

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΞΥΠΝΩΝΤΑΣ

Ξυπνά νωρίς με την ανάμνηση
Του πατέρα της να σηκώνεται στα σκοτεινά
Ανάβοντας τη σόμπα μ’ ένα σπίρτο
Τριμμένο στο πάτωμα. Ύστερα να μετρά
Νερό για τον καφέ, κι αργότερα τη μυρωδιά
Να φθάνει. Θα τον άκουγε
Να σκουπίζει τα κουτάλια, ρίχνοντάς τα
Ένα προς ένα στο συρτάρι.
Κατόπιν βρισκόταν στα σκαλιά
Πηγαίνοντας για το γάλα. Έτσι γρήγορα
Θα ήταν στην πόρτα της
Να την ξυπνήσει απαλά, σκεφτόταν,
Μ’ ένα χέρι στο σβέρκο της, κουνώντας την
Πέρα δώθε, μυρίζοντας βενζίνη
Και ψιθυρίζοντας. Ύστερα έφευγε.
Τώρα κουνά το κεφάλι της, τον διώχνει
Μακριά και δεν θα σηκωθεί.
Υπάρχει ομίχλη στο παράθυρο
Και τα μπλεγμένα ψηλά κλαδιά
Απ’ τις συκομουριές. Σκέφτεται
Τη δικιά της κουζίνα, το πλυντήριο πιάτων
Να χασμουριέται ανοιχτό, το χαρτόκουτο να στάζει
Αφημένο στον πάγκο. Οι γιοί της
Έχουν φύγει αχνίζοντας σαν πρόβατα.
Ήταν εδώ την προηγούμενη νύχτα ;
Που ζούνε ; Αναρωτιέται,
Με ποιους ; Βρίσκονται στο σπίτι ;
Στην αυλή της η νεαρή δαμασκηνιά,
Μόλις ψηλότερη απ’ αυτήν, ρίχνει
Το πρώτο της κίτρινο φύλλο. Αφουγκράζεται
Και δεν ακούει τίποτα. Αν σηκωνόταν
Και περπατούσε ξυπόλυτη στο ξύλινο πάτωμα
Κανείς δεν θα ερχόταν να την οδηγήσει
Πίσω στο κρεβάτι ή να της δώσει
Ένα ποτήρι νερό. Εάν έβραζε
Ένα αυγό, εκείνο θα μαύριζε
Μπροστά στα μάτια της. Ο ουρανός κουράζεται
Και στρέφεται μακριά δίχως μια λέξη.
Το μαξιλάρι δίπλα στο δικό της είναι κρύο,
Η παλιά οσμή του σαπουνιού είναι εκεί.
Τα χέρια της είναι παγωμένα. Τι ώρα είναι ;


Philip Levine : Αμερικανός ποιητής. Γεννήθηκε το 1928 και πέθανε το 2015. Είναι απ’ τους σημαντικότερους και πιο δημοφιλείς σύγχρονους ποιητές της Αμερικής. Με την ποίησή του γίνεται ο εκφραστής της εργατικής και λαϊκής τάξης. Η συλλογή του The Simple Truth (1994) τιμήθηκε με το βραβείο Pulitzer. Υπήρξε Poet Laureate των Η.Π.Α. για τα έτη 2011–2012.

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.