Είχα παίξει κι εγώ στο χρηματιστήριο. Μπήκα αργά, πολύ αργά κι έχασα αμέσως. Οι απώλειές μου ήταν γύρω στα δύο εκατομμύρια δραχμές. Πολύ γρήγορα έχασα τα λεφτά μου, όπως έχασα εξάλλου τη νιότη μου και τα υπάρχοντά μου. Είναι η γαμημένη η ηλικία, που εκεί ανάμεσα στα τριανταπέντε και τα σαρανταπέντε σε κάνει να νιώθεις αθάνατος. Το μυστικό της ζωής: η παραμυθία του ζωντανού οργανισμού που δεν φοβάται τίποτα στον κόσμο. Εκεί που αναπαράγεσαι και αυτοπαρηγοριέσαι πως είσαι ανίκητος. Πως όλα σου ανήκουν κι όλοι σε εξυμνούν και σε θαυμάζουν. Μόνο που κάποια στιγμή ξυπνάς, αν καταφέρεις να επιζήσεις φυσικά από το γλυκό σου παραλήρημα, και βρίσκεσαι με τρύπια χέρια. Καταλαβαίνεις πως σε εξαπάτησαν. Ανακαλύπτεις πως είσαι τρωτός κι ευάλωτος, εκεί γύρω στα πενήντα. Πως ο χρόνος παρήλθε και το έργο δεν ολοκληρώθηκε. Όχι μόνο σύνθεση δεν έγραψες, αλλά ούτε καν μια πλακέτα με ποιήματα άξια μνημόνευσης. Άντε με το ζόρι καναδυό ποιήματα, που κι αυτά θα είχαν ξεχαστεί αν δεν τα στήριζαν οι φίλοι σου με τις βακτηρίες της δημοσιότητας σε εφημερίδες και ιλουστρασιόν τρέντυ περιοδικά.

Παρακολουθώ με ενδιαφέρον την πορεία των νέων λογοτεχνών. Αναγνωρίζω τη μάχη τους για επικράτηση. Αυτή τη διαρκή αγωνία να είναι και να συμπεριλαμβάνονται μες στην εικοσάδα, τη δεκάδα, την τετράδα. Συμπονώ την απελπισία τους, όταν μένουν εκτός της λίστας των ποιητών του σήμερα, και γενικώς όταν κόβουν το νήμα τέταρτοι και δεν ανεβαίνουν στο βάθρο έστω της τρίτης θέσης. Παρακολουθώ από την απόσταση ασφαλείας, που μπορεί να έχει κάποιος συνταξιούχος σε παραθαλάσσιο θέρετρο, τους λυκοκαυγάδες τους και τις λυκοφιλίες. Τις αιματηρές συμμαχίες που ανατρέπονται με ταχύτητα επεισοδίου τηλεσειράς. Τα παιγνίδια που στήνονται για τον θρόνο. Τα βασίλεια που ανεβαίνουν και κατεβαίνουν με ένα απλό γύρισμα σελίδας της εφημερίδας. Δεν συμμερίζομαι την άποψη πως στήνεις φήμη επειδή έχεις δυο φίλους δημοσιογράφους. Δεν κατανοώ τους ποιητές που κορδώνονται σαν γύφτικα σκεπάρνια στους επαίνους των φίλων προσκείμενων δημοσιογράφων. Μου είναι γνωστές οι φούσκες του χρηματιστηρίου, που καλλιεργούσαν οι εφημερίδες και δεν ακολουθώ πια τις συμβουλές τους.

Τη θέση στη λογοτεχνία δεν σας τη χαρίζουν τα επαινετικά δημοσιεύματα στις εφημερίδες, αγαπητοί μου σαραντάρηδες. Το σήμερα παρήλθε για σας ανεπιστρεπτί. Γίνατε αποτρόπαιο και στείρο χθες. «Ευτυχώς που δεν είμαι σημερινός». Είπε κι αναστέναξε με ανακούφιση ο Ηρακλής Πουαρό. Ήταν ευχαριστημένος που δεν ήταν πια νέος.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.