Στην αίθουσα «Θεόδωρος Στάμος», στη Λευκάδα, οργανώθηκε μια μικρή έκθεση με οχτώ έργα του ζωγράφου –ύστερα έργα, βυθισμένα σ’ ένα βαθύ κόκκινο χρώμα– από τη συλλογή του Ζαχαρία Πορταλάκη. Το πιο ρωμαλέο ανάμεσά τους, του 1986, έχει τίτλο Η άκρη της φλεγόμενης βάτου, από τη σειρά Ιερουσαλήμ των έργων του Ατέρμονου Πεδίου. Εδώ το βαθύ κόκκινο χρώμα έχει εξοριστεί σχεδόν στην άκρη του πίνακα, και στη σύνθεση δεσπόζει μια κηλίδα, σκοτεινή και δραματική, μ’ ένα λευκό νήμα να την τέμνει και με φλογίτσες μέσα της, όμοιες κάπως με αραμαϊκά γράμματα: ένα σιν, ένα πε, ένα νουν, ένα καφ… Και, δίπλα ακριβώς σε τούτη τη ζωγραφισμένη βάτο, όπου οι παρυφές της ματιάς φλογίζονται βαθυκόκκινες και το κέντρο της βυθίζεται στο σκοτάδι της κηλίδας, υπάρχει το τελευταίο, ημιτελές έργο του ζωγράφου, με τίτλο Εδώ, Ζαχαρία, στέρεψε και το μυαλό και το χέρι μου…, του 1995, αφιερωμένο στον αυτόχειρα Βαν Γκογκ. Με τη φήμη του αμαυρωμένη από την Υπόθεση Ρόθκο, τις κατηγορίες για αισχροκερδή πώληση έργων του μεγάλου αφηρημένου εξπρεσιονιστή ζωγράφου κι επιστήθιού του φίλου, ο Θεόδωρος Στάμος σταδιακά εγκατέλειψε τις Ηνωμένες Πολιτείες κι αποτραβήχτηκε στη Λευκάδα. Σε αυτό τον τελευταίο του πίνακα, στην κορυφή του καμβά υπάρχουν μερικές πινελιές που νιώθεις να παλεύουν να βρουν μια δύναμη χαμένη οριστικά πλέον. Το χέρι αγωνίζεται μα ηττάται. Ο περισσότερος καμβάς απομένει για πάντα λευκός. Όχι λευκός σαν τους πίνακες του επίσης αφηρημένου εξπρεσιονιστή ζωγράφου Ρόμπερτ Ράουσενμπεργκ. Εκείνων η ζωγραφισμένη λευκότητα καθρέφτιζε τη ζωή που στεκόταν αντίκρυ της. Μα αυτή εδώ είναι η αζωγράφιστη λευκότητα του τέλους.

Η άκρη της φλεγόμενης βάτου

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Επάνω, το έργο του Στάμου Μωυσής, 1949.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.