Το απόγευμα ένα φορτηγό σταμάτησε μπροστά στον καταυλισμό. Τρεις εργάτες βγήκαν βρίζοντας. Λένε πως οι Ιρλανδοί συνηθίζουν να δουλεύουν μεθυσμένοι. Μα μπορούν να επιμείνουν σαν βόδια δίχως ανάσα, ώσπου να τελειώσουν τη δουλειά τους.

Η ζέστη ήταν ανυπόφορη. Εκείνες τις μέρες το καλοκαίρι φάνταζε σκληρή υπόθεση. Τα ζώα δοκιμάζονταν και δεν ήταν λίγες οι φορές μες στη μέρα που αναγκαζόμαστε να τα πλένουμε με δροσερό νερό. Τ’ άλογα αρρώστησαν και ένας πίθηκος κατέληξε τη νύχτα μες σ’ έναν τρομερό παροξυσμό, σχεδόν τραγικό. Αναγκαστήμακε να τον πυροβολήσουμε μες στο κλουβί του. Έδειχνε τα δόντια του μες στο κίτρινο απόγευμα. Όλα εκείνη τη μέρα υπήρξαν τρομακτικά.

Οι εργάτες ακούμπησαν μια μεγάλη, γυάλινη δεξαμενή στο μέσον της αυτοσχέδιας πλατείας. Ο θεατρώνης πλησίασε, δείχνοντας την ικανοποίησή του. Ένα κορίτσι, μισό ψάρι μισό ανθρώπινο, χαμογελούσε απ’ τον βυθό του.

Οι εργάτες γύρεψαν μια σκιά. Ο αέρας λιγόστευε και όλα σκοτώνονταν μες στον παράφορο μήνα. Δεν έχει όνομα, λένε, σπανίως βγαίνει απ’ το νερό. Τότε είναι που αφήνει άναρθρες κραυγές, σαν κάποιος που ποτέ του δεν μίλησε να θυμάται ξαφνικά ένα όνομα. Οι ακροβάτες που ποτέ δεν εγκαταλείπουν τις προπονήσεις τους εμφανίστηκαν γυμνοί μες στις τρομερές θερμοκρασίες. Τα σώματά τους ήταν ιδρωμένα, γεμάτοι κιμωλία κάτω απ’ τα μάτια τους, αφρόντιστα βαλμένη. Θα έλεγε κανείς πως πρόκειται για δυο κουρασμένα αγάλματα ή για δυο αξέχαστα καλοκαίρια. Ή πάλι για τους ηθοποιούς που χάθηκαν για πάντα στις ξένες ιστορίες.
Οι δυο τους δεν τα βρήκαν. Ο θεατρώνης ζητούσε την κατανόηση και την πίστωση του εμπόρου. Μα η Γοργόνα φάνταζε θαυμάσια και ανεξήγητη ακόμα. Πραγματικό λαχείο για κάθε εταιρεία θεάματος.

Την έσκιζε ο ήλιος, και όταν συμπλήρωνα απάνω σε κάποιον άνεμο το πώς και το γιατί του προσώπου της αντίκριζα ολόκληρη την μοναξιά αυτού του κόσμου. Οι Ιρλανδοί, βλαστημώντας στον αέρα, φόρτωσαν τη δεξαμενή στο φορτηγό. Μες σε μια πρωτοφανή αναστάτωση, ξεσηκώνοντας τα ζώα και τους γελωτοποιούς, παρασέροντας ένα σωρό τσίγγινα φεγγάρια που υπάρχουν για την ώρα της παλιάς ανάγκης, ο έμπορος χάθηκε. Οι ακροβάτες με συγχρονισμένες κινήσεις επέστρεψαν στους βατήρες όπως τα χάρτινα πουλιά που έφτιαχνες με το τίποτε.

Αύριο το πρωί φεύγουμε για την Νις, φώναξε θυμωμένα ο θεατρώνης. Τον κόσμο γύρω έπνιγε το θειάφι. Ένα παράξενο βαρομετρικό όριζε ανθρώπους και πράγματα. Η Κράκυ είχε αποκοιμηθεί και δεν είδε το κορίτσι ψάρι, δεν άκουσε πως στο τέλος αυτού του δρόμου υπάρχει η Νις με τις ταβέρνες και το ορεινό της κλίμα και τις άπειρες πιθανότητες. Βλέπετε απ’ όλα τα θαύματα λατρεύει τη μορφίνη και τις ανεξήγητες συγχορδίες. Γυμνή και όμορφη με δεκαέξι περιδέραια γύρω απ΄τον λαιμό της μοιάζει με μια καρυάτιδα που πεθαίνει με τρόπο κλασικό.

Η καρδιά της θα ζήσει σπασμένη για λίγο. Ο υδράργυρος που υπήρξε μοίρα σκληρή μες στους καθρέφτες, θα της στοιχίσει κάποτε τη ζωή.

Η ζέστη και το πάθος την είχαν καταβάλει όταν φάνηκε ο κύριος Φρανκ Χαμογελούσε αυτάρεσκα και η ίδια κάπως αντιστάθηκε όταν ο θεατρώνης απαίτησε το μερτικό του. Ο άνεμος είχε κοπάσει και όλα γύρω κρατούσαν την ανάσα τους.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.