Στάθης Λούβαρις
Ο Γερμανός λοχίας
Αληθογράφημα
Εκδόσεις Επίκεντρο, 2016.

Ο Στάθης Λούβαρις υπογράφει το «Αληθογράφημα» που φέρει τον τίτλο Ο Γερμανός λοχίας. Γερμανός λοχίας είναι ο Albrecht Gottwin Hase, μέλος της GFP της γερμανικής Μυστικής Αστυνομίας Στρατού, ο οποίος κρατούσε σημειωματάριο για τη δράση του σε ένα ελληνικό νησί – την Άδεσμο- κατά το διάστημα 1942-1945. Ο Γερμανός σκοτώθηκε από τους αντάρτες με δεκαεπτά σφαίρες γι’ αυτό και του δόθηκε ο χαρακτηρισμός «Δεκαεπτάσφαιρος». Τα υπάρχοντά του τα μοίρασαν οι αντάρτες μεταξύ τους και ο παππούς του συγγραφέα πήρε το σημειωματάριό του. Ο αναγνώστης εύκολα μπορεί να υποθέσει πως ούτε το όνομα του συγγραφέα είναι αυτό που έχουμε ούτε το νησί είναι άλλο από την Κρήτη, όπως προκύπτει από πληροφορίες, ανάμεσα στις οποίες και η παλαιότερη κατάκτηση του νησιού από τους Ενετούς.

Λόγοι ασφαλείας επιβάλλουν την ψευδεπωνυμία, έστω και εβδομήντα ένα χρόνια μετά. Όπως διαβάζουμε «τα πρόσωπα, οι τόποι και τα γεγονότα είναι αληθινά σ’ αυτό το έργο αληθοπλασίας, πλην όμως κιβδηλώνυμα, για να μπορέσουν να αντιπροσωπεύσουν αδιακρίτως την ευρύτερη πραγματικότητα της Γερμανικής Κατοχής». Το σημειωματάριο-ημερολόγιο είναι ιδιωτικός χώρος που δίνει την ευκαιρία στον συντάκτη του να μιλήσει για το μεγαλείο της πατρίδας του αλλά και να καταθέσει απόψεις, εντυπώσεις, σκέψεις, προσωπικά στοιχεία και να περιγράψει γεγονότα. Είναι πολύ μορφωμένος, μιλάει οχτώ γλώσσες, μεταξύ των οποίων Αρχαία και Νέα Ελληνικά, ξέρει όλη την Ιλιάδα απέξω και αγαπά την Ελλάδα. Η δράση του όμως είναι σύμφωνη με τη ναζιστική ιδεολογία∙ ωστόσο, υπάρχουν σημεία στα οποία φαίνεται ότι ασκεί κριτική την οποία δεν κοινοποιούσε φυσικά στους ομοίους και αυτή ήταν η αιτία που έγραφε στα Ελληνικά, τα οποία κανείς άλλος Γερμανός δεν ήξερε. Θεωρεί μέγιστη απειλή να πέσουν τα γραπτά του σε γερμανικά χέρια γιατί θα θεωρηθούν ως δείγμα ηττοπάθειας ή και προδοσίας. Βεβαίως, επιλέγοντας τι και πώς θα γράψει ενδιαφέρεται για την υστεροφημία του στη μέλλουσα γενιά.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι: σε ποιον απευθύνεται; Ποιος θα διαβάσει στα Ελληνικά αυτά που έκανε αυτός στην Ελλάδα; Απευθύνεται στον γιο του – «Αυτές οι σελίδες αν σκοτωθώ θα με συστήσουν στον ανήλικο γιο μου»-, για να δικαιολογήσει τις πράξεις του; Ο γιος του όμως ποτέ δεν διάβασε αυτό το σημειωματάριο. Ωστόσο, είναι μια μαρτυρία από πρώτο χέρι για τη δράση των Ναζί στην Ελλάδα. Στις σελίδες με τον τίτλο «Αυστηρώς προσωπικές» δηλώνει την αφοσίωσή του στο «Έθνος και στον Ηγήτορα, παραμερίζοντας κάθε αμφιβολία για την τελική νίκη. Ο παραμερισμός αυτός όμως έπεται. Προηγείται η έκφραση των αμφιβολιών αυτών και αβεβαιοτήτων μου». Και πιο κάτω: «για άλλη μια φορά η γλωσσομάθειά μου με θωρακίζει. Χάρη σ’ αυτήν με κάνανε μέλος της Μυστικής Αστυνομίας Στρατού. Χάρη σ’ αυτήν θα δυνηθώ τώρα να παίξω σκάκι με τον εαυτό μου όποτε γράφω, βάζοντάς με αλληλοδιαδόχως στη θέση τη δική μου και στη θέση του εχθρού».

Στο διαδίκτυο δεν υπάρχουν στοιχεία για τον συγγραφέα Στάθη Λούβαρι. Να υποθέσουμε ότι στην κιβδηλωνυμία συμπεριλαμβάνεται και ο συγγραφέας, η οποία επιβάλλεται για την προστασία των προσωπικών δεδομένων; Όσον αφορά το υλικό που επεξεργάστηκε, αυτό δεν περιορίζεται στο σημειωματάριο αλλά επεκτείνεται και σε «έντυπες πηγές πρώτης ύλης» -δεκαπέντε σελίδες ελληνικής και ξένης βιβλιογραφίας- οι οποίες πρέπει να συμπεριλαμβάνουν και τα γερμανικά κρατικά αρχεία. Η πρώτη καταγραφή γίνεται στις 20 Φεβρουαρίου του 1942 με τη σύλληψη ενός Άγγλου που κρυβόταν σε βουνό του νησιού και η τελευταία στις 16 Φεβρουαρίου του 1945.

Ο Χάζε είναι ένας άνθρωπος αφοσιωμένος στο Τρίτο Ράιχ, αλλά βλέπει και από την άλλη πλευρά. Σχολιάζει αρνητικά τον βασανισμό ενός ιερέα που «τελικά κατέρρευσε χωρίς να μιλήσει, χωρίς να προδώσει οποιονδήποτε και για να μην πεθάνει στα χέρια τους οι Γερμανοί τον ελευθέρωσαν». Πέθανε δύο μήνες μετά. Στο καφενείο ενός χωριού είδε έναν νεαρό που διάβαζε ένα βιβλίο. Τον ρώτησε τι ήταν και εκείνος του απάντησε πως ήταν του Πολυτεχνείου, στο οποίο σπούδαζε. Ο Χάζε τον θυμήθηκε. Τον είχε δει στην Αθήνα να στέκεται κάτω από το άγαλμα του Ρήγα Φεραίου. Του είπε «πας για ψηλά, να μάθεις γράμματα πολλά», εννοώντας ότι ήταν ένας μορφωμένος επαναστάτης που ακολουθούσε τα βήματα του Ρήγα και ήθελε ίσως να τον προφυλάξει να μην ανακατευτεί με το αντάρτικο.

Ο Οδυσσέας Δρανής, ένας εύγλωττος και εύστροφος άνθρωπος του θυμίζει τον Οδυσσέα της Ιλιάδας και θέλει να τον χρησιμοποιήσει ως πληροφοριοδότη. Παραλίγο όμως να τον σκοτώσει γιατί ο Δρανής του μιλούσε σαν να ήταν καθηγητής του στο πανεπιστήμιο και θεωρούσε ότι ο Χάζε δεν αγαπούσε την πραγματική Γερμανία, που ο ίδιος είχε γνωρίσει, αλλά πολεμούσε για μια ανύπαρκτη και ιδεατή. Για τον Χάζε το Τρίτο Ράιχ αποτελεί την τρίτη απόπειρα για να αποκαταστήσει η Γερμανία τα μεγαλείο της για το οποίο είναι προικισμένη. Η κατάκτηση της Ελλάδας δεν είναι μόνο «μια πολιτική επιτυχία αλλά και η επάνοδος των Αρίων σε χώματα που έχουν ήδη εποικίσει πριν χιλιετηρίδες». Τα ελληνικά εδάφη είναι βιολογική κληρονομιά των Γερμανών. Ο ελλαδικός χώρος ανήκει στους γνήσιους απογόνους αυτών που κατοίκησαν την Ελλάδα, δηλαδή στους Γερμανούς. «Οι σύγχρονοι, Έλληνες είναι φωνητικοί κληρονόμοι των αρχαίων Ελλήνων», οι οποίοι ως μη καθαρή φυλή, είναι αναλώσιμοι και έχουν υποχρέωση να υπηρετούν τους Γερμανούς. «Η αντίσταση είναι μέρος της ταυτότητας των ντόπιων», οι οποίοι είναι έξυπνοι, γενναίοι, θερμόαιμοι, πεισματάρηδες και κυρίως ανυπότακτοι. Τους σέβεται και ταυτόχρονα τους φοβάται. Αναγνωρίζει σε αυτούς αρκετά αρχαϊκά στοιχεία των προγόνων τους αλλά η έλλειψη βιολογικής καθαρότητας υψώνεται σαν τοίχος που τους εντάσσει σε κατώτερο φύλο. Θεωρεί το γάμο ενός Γερμανού με Ελληνίδα απειλή για την καθαρότητα, αλλά και υπονόμευση της απαιτούμενης σκληρότητας. Από την άλλη η απόλυτη καθαρότητα θα καταλήξει στην αιμομιξία και η αιμομιξία στον εκφυλισμό∙ «Τα πάντα θέλουν μέτρο».

Όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν το νησί ήταν χαρακτηριστική η αυτόματη αντίδραση των Αδεσμιτών. Ο συγγραφέας επιμένει σε αυτή γιατί «είναι το χαρακτηριστικό, το διακριτικό του Αδεσμίτη που σκεπάζει όλα τα ανθρώπινα ελαττώματά του». Στην Άδεσμο η ανάγκη της λευτεριάς αναπηδά από τα σπλάχνα της γης, είναι αυτοφυής, κάτι που δεν έλαβε υπόψη του ο Χάζε, με αποτέλεσμα να τον σκοτώσουν μία μέρα εκείνοι που του θύμιζαν κουνούπια και τους θεωρούσε αναλώσιμους.

Όπου τον συμφέρει επικαλείται τους αρχαίους Έλληνες. Τους Αθηναίους που ερήμωσαν τη Μήλο∙ ανακαλύπτει σχέσεις ανάμεσα στην σπαρτιατική «κρυπτεία» και τη δική του αστυνομική ιδιότητα∙ θεωρεί δωρική καταγωγή στην οπλοκατοχή, ζωοκλοπή, αρπαγή γυναικών κα αντεκδίκηση των Αδεσμιτών∙ βλέπει τον Αδεσμίτη Μανόλη Δίρφη σαν Ρομπέν των δασών που κλέβει από τους έχοντες για να τα δώσει στους φτωχούς. Πιστεύει πως το καλύτερο μέσο καταστολής της αντίστασης είναι η ψυχολογική βία, η διάδοση ψευδών πληροφοριών, η διάσπαση και τη σύγχυση των κατοίκων, γιατί έτσι τους ελέγχει καλύτερα, να δουλεύουν και να καλλιεργούν για τη συντήρηση των γερμανών στρατιωτών. Με το δίκτυο πληροφοριοδοτών του γνώριζε τα πάντα για τους κατοίκους, από τα πιο ασήμαντα έως τα ορμητήρια και τις κινήσεις των ανταρτών.

Όμως, ο υπερβολικός φόβος φέρνει αντίθετα αποτελέσματα και, όποιος δεν έχει τίποτα να χάσει, θεριεύει∙ έτσι θέριεψε και η αντίσταση και οδηγήθηκαν οι ναζί σε κατάσταση πολιορκίας εν μέσω των κατακτημένων εδαφών». Η κόκκινη πανσέληνος στις 15 Αυγούστου του 1943 θεωρείται κακός οιωνός. Και η αρχή του τέλους για τον Χάζε ξεκινά τρεις μέρες μετά, στις 18 Αυγούστου 1943 με τον φόνο του Μανόλη Θύμη, μοναχογιού. Ο θάνατος ενός μοναχογιού σημαίνει εξάλειψη της οικογένειας, ενώ η κατάρα της μάνας του Θύμη – να μην αξιωθεί να φύγει ποτέ από αυτό τον τόπο- τον αναστατώνει. Στη συνέχεια δίνει εντολή να θεωρούνται συμμορίτες οι αντάρτες κι έτσι να τους σκοτώνει νόμιμα. Ο Δρανής του δίνει να διαβάσει ένα απόσπασμα της Οδύσσειας του Καζαντζάκη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εστία στις 15 Αυγούστου 1943. Διαβάζοντας το, καταλήγει ότι μάλλον ο πόλεμος με τους Αδεσμίτες είναι ασύμμετρος. Στις 27 Μαΐου του 1944 αντάρτες με αρχηγό τον Αρσένη Εμβολίτη, που ο Χάζε απειλούσε πως θα του γδάρει την κόρη ζωντανή, του στήνουν ενέδρα και τον σκοτώνουν με δεκαεφτά σφαίρες. Ο Δρανής αποδείχτηκε πράγματι πολυμήχανος σαν τον Οδυσσέα. Έβαλε τις γυναίκες να κλαίνε και έτσι πέτυχε να μη γίνουν αντίποινα.. Τελικά οι Γερμανοί έχασαν τον πόλεμο και έφυγαν. Στις 22 Σεπτεμβρίου του 1944 φεύγοντας έλεγαν: «Αφήνουμε πίσω μας κρυφούς στρατιώτες και θα σκοτώνεστε για πολλά χρόνια» και εννοούσαν τις νάρκες που είχαν βάλει παντού και πολλοί άνθρωποι σκοτώθηκαν από αυτές. Στις 16 Φεβρουαρίου 1945 σκοτώθηκε και ο αδελφός του Χάζε στην Άνω Σιλεσία.

Ο Χάζε είναι μια διαστρεβλωμένη προσωπικότητα, δημιούργημα της γερμανικής μεγαλομανίας. Οι αλήθειες και τα ψέματά του συνιστούν ένα συναρπαστικό αφήγημα.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.