Επιλεκτικά ναρκωμένη με τη ζωή, τον Ιούλιο του καύσωνα μάζεψε τα πράγματά της για να ξεκαλοκαιριάσει στο ίδιο μέρος που, πριν έξι χρόνια, ένας άλλος καύσωνας της έκαψε την ύπαρξη.

Μετακομίζει με ακρίβεια γενεθλίων εβδομήντα δύο βήματα δεξιότερα απ’ το παλιό σπίτι, πεπεισμένη ότι το ίδιο κακό, που εξαιτίας του το μυαλό της καίει ακόμα, δεν θα την αγγίξει ξανά. Κάθεται με την πλάτη τοίχο, στο τραπέζι που κοιτάει τη θάλασσα και μπροστά της, με ιεροτελεστία χρόνων, τακτοποιεί τον καφέ, τα τσιγάρα και τις αναμνήσεις. Η ζέστη κυλάει σε χοντρές σταγόνες πάνω της, παντού, το δέρμα της ξερνάει αλάτια, η όρασή της πλέει μέσα σε αχνό νερού που εξατμίζεται στο δευτερόλεπτο.

Θυμάται τις δυσκολίες που τότε ήταν εύκολες. Μετά, οι ευκολίες έγιναν λόφοι που ξεπηδούσαν από παντού. Νιώθει το σώμα της να καρβουνιάζει, το κεφάλι της ψήνεται αλλά δουλεύει ακόμα τόσο, όσο να θυμάται αυτόν που έφυγε. Το αποτύπωμά του το ρουφά ο ζεστός καφές του καύσωνα, κι αυτή είναι εκεί, στο ίδιο μέρος, μόνη της, λίγα βήματα πιο πέρα, αλλά κρατά την ίδια θάλασσα που πάει κι έρχεται όπως τότε.

«Καλώς την» ακούει να της λέει, κι απ’ τα ανοιχτά της χέρια ακουμπά μια ανάμνηση στο στήθος της. Επεξεργάζεται πάλι τη δομή της ψυχικής εκδρομής που περπάταγε κάθε καλοκαίρι μαζί του, ανάμεσα στην αύρα και στο φεγγάρι. Καλόμορφη ήταν. Θυμήθηκε τ’ αστέρι που φορέθηκε στα μάτια του και το τσιγάρο που, σιγοκαίγοντας νωχελικά στ’ αντρικά του δάχτυλα, χυνόταν σε βότσαλα αγάπης κι άκουγε μουσική. Στον αφρό, μια φλόγα νύσταζε – πάντα χλωμά – απ’ τις νεανικές τους τρέλες.

«Υπομονετικέ συνταξιδιώτη, νιώθω την αγάπη μου για σένα σαν ανίχνευση γαλαξιών» ψιθύρισε.

Τέλος. Η τελευταία γουλιά καφέ, το άδειο πακέτο, οι αναμνήσεις χαλίκια στην άμμο. Τέλος. Με την πλάτη στον τοίχο και τα μάτια κλειστά, αυτή τη μέρα, απ’ τις χειρότερες του φετινού καύσωνα, ξέρει ότι το αυριανό τέλος θα είναι το μαστίγιο της ευτυχίας που ξανάζησε.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.