Την είχε δει και την είχε ξαναδεί. Την ήξερε σίγουρα. Ψηλή λεπτή με ένα κοντό σορτ ξεφτισμένο στις άκρες. Ωραία, ωραία και τα άκρα της: ψηλά, λεπτά κι αγέρωχα. Και ο λαιμός ψηλός, λεπτός κι αλύτρωτος. Μόνο μια ελαφριά καμπουρίτσα και ένα απλανές βλέμμα πρόδιδε την πλάνη της. Ναι είχε πλανευτεί. Πλανευτεί ή ξεπλανευτεί αναρωτήθηκε. Και αυτή πάλι τι γύρευε εδώ σε αυτό το ξέφωτο στο κέντρο της πόλης με ντάλα τον ήλιο να καίει την γυμνή της πλάτη και το σακίδιο κολλημένο πάνω στη σάρκα της;

Καυτή. Αυτός πάλι καυτός δεν ήταν. Δεν ήταν και ας έπαιρνε τα μέτρα του.

Ο ανεμιστήρας στροβιλίζονταν ρυθμικά με ένα ανεπαίσθητο μάγκωμα, κάπου κοντά στην 45η μοίρα του. Ένα ακτίνιο έχει 180π/μοίρες σκέφτηκε. Να το μετατρέψει σε μοίρες, αλλά τι να την έκανε πάλι αυτή την πληροφορία; Το μυαλό του μπούκωνε, μπούκωσε;

“Ναι κύριε καθηγητά” και το κοντό σορτς ήρθε και κάθισε δίπλα του. Όχι με χάρη αλλά στριμωγμένα, σαν να μη χωρούσε με το σακίδιο και τους δυο μηρούς όλο λόφους και λακκούβες διάπυρες.
Οι μηροί με τις μοίρες δεν έχουν να κάνουν τίποτα ούτε βέβαια με τα ακτίνια και τη μοίρα του.

Πέρασε το χέρι του πάνω από την άδεια κεφαλή του.

“Η Ματίνα δεν είσαι, από το 6ο Ζωγράφου”; Η Ματίνα που είχε ήδη αρπάξει το ποτήρι το νερό και το κατέβαζε σιγά και αθόρυβα. Κύκνος λυπημένος.

Ακούστηκε πάλι το μάγκωμα στην στροφή του κύκλου και το σούρσιμο ρόδας. Το αναπηρικό καροτσάκι μόλις κατέβαινε με δυσκολία τη μπάρα και στάθηκε δίπλα τους. Στρογγυλό πρόσωπο πάνω σε μάζα στερεοποιημένη.

“Την κόρη μου τη Σωτηρούλα τη θυμάσαι, έτσι δεν είναι;”, ρώτησε και έσυρε την καρέκλα του λίγο πιο αριστερά να κλείσει ο κύκλος, να αγκαλιάσει τις παλιές του μαθήτριες.

*από το ποίημα του Κ. Καβάφη “Να μείνει”


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.