Τα προηγούμενα καλοκαίρια, όταν είχε καύσωνα, έβαζε το μαγιό- παντελονάκι του-κάθε δέκα χρόνια καινούργιο- έπαιρνε την πετσέτα του, περπατούσε εκατό μέτρα και βρισκόταν μπροστά σε κείνη. Στη θάλασσα. Τα χρόνια που τα παιδιά του ήταν μικρά, πάρ΄τα λίγες ώρες στη θάλασσα, του έλεγε η γυναίκα του, να κάνω καμιά δουλειά με ησυχία, τα έπαιρνε με το μαγιουδάκι τους και κλείνανε τουλάχιστον τρίωρο κολύμπι. Ζαρώνανε τα δαχτυλάκια τους, μουλιάζανε και τέλος τους έλεγε, τουλάχιστον τρεις φορές, τι θα γίνει, θα βγούμε να γυρίσουμε σπίτι; Στους καύσωνες πηγαίνανε πρωί-απόγευμα. Τι μπορούσε να συγκριθεί με το δροσερό μπλε; Το σώμα αγαλλίαζε. Αφέσου στο αγκάλιασμα του νερού, ψιθύριζαν βαθιές φωνές. Σώμα, ψυχή, θάλασσα, ένα. Κάτω από το εκτυφλωτικό φως της ημέρας η ζωή ήταν όμορφη. Κάτω από το γαλήνιο φως του δειλινού η ζωή ήταν γλυκιά.

Σαράντα καλοκαίρια- καύσωνες και θάλασσα. Τα παιδιά μεγάλωσαν, έκαναν δικά τους παιδιά, τα τρίωρα είχαν τελειώσει εδώ και χρόνια. Μόνος του πήγαινε, χωρίς καν πετσέτα, καθόταν ώρα, γύριζε βρεγμένος. Ακόμη κι όταν έβαλε τον βηματοδότη, να φαίνεται ένα σπιρτόκουτο κάτω από το δέρμα λίγα εκατοστά πιο πάνω από τη θέση της καρδιάς, ημίγυμνος τον περιέφερε στον ήλιο. Άσπρα εκτυφλωτικά μαλλιά, ελαφρά κυρτοί ώμοι,βηματοδότης, μαγιό που φέτος του έπλεε.

Θα πρέπει να προσέχετε στις μεγάλες ζέστες, του είπε ο γιατρός του, να μην κυκλοφορείτε. Η σχέση με τη θάλασσα απέκτησε άλλο ρυθμό, οκτώ με εννιά, πρωί- βράδυ, πριν το φαγητό, για ένα μήνα. Μετά κατάλαβε. Το σώμα του δεν τον ακολουθούσε. Έκανε βόλτες στην αποβάθρα κοιτάζοντάς την. Τη μύριζε, ένιωθε το αεράκι της. Τι κάνεις μπαμπά τόση ώρα στην αποβάθρα, τον ρωτούσε η μικρή του κόρη. Πίνω, της έλεγε, τη θάλασσα και ξεσπούσε σε γέλια. Γιατί ήξερε. Και κοιτούσε κατάματα αυτό που ερχόταν.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.