Η άσφαλτος είχε από ώρα τελειώσει. Ο Νίκος κρατιόταν απ’ τη χειρολαβή καθώς το παλιό Fiat χοροπηδούσε σε κάθε λακκούβα του αγροτικού δρόμου. Για μια στιγμή γύρισε και κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο ένα ερειπωμένο σπίτι.

«Σου θυμίζει τίποτα;» τον ρώτησε η Λένα.

«Ήταν ενός θείου» απάντησε και έστρεψε το βλέμμα πάλι μπροστά. «Στον πρώτο δρόμο που θα βρεις κάνε αριστερά».

Λίγα μέτρα πιο κάτω, η Λένα κατέβασε ταχύτητα κι έστριψε σ’ έναν στενό χωματόδρομο.

Προσπαθώντας να αποφύγει πέτρες και κλωνάρια αναρωτιόταν αν ήταν τελικά καλή η ιδέα της να πάνε για τον μήνα της άδειάς της στο χωριό της μητέρας του. Το σπίτι ήταν κλειστό για χρόνια και θα χρειαζόταν επισκευές, ήλπιζε όμως η προοπτική της ανακαίνισης να τον κινητοποιήσει. Άλλωστε μ’ έναν μόνο μισθό δεν είχαν πολλές επιλογές και ο καύσωνας του Ιουλίου δεν υποφερόταν στην Αθήνα.
«Να το» της είπε κι έδειξε ένα σπίτι που της φάνηκε ίδιο με αυτό που μόλις είχαν περάσει.

Σταμάτησε το αυτοκίνητο μπροστά στην αυλόπορτα και προχώρησε στον χορταριασμένο κήπο.

Από κοντά το κτίσμα φαινόταν γερό. Ακούμπησε τις παλάμες της στον τοίχο. Ήταν καυτός από τον ήλιο του μεσημεριού. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε.

«Μια χαρά είναι» φώναξε κάνοντας εύθυμη τη φωνή της. «Ελάχιστη δουλειά θέλει».

Ο Νίκος στεκόταν στην είσοδο. Έμοιαζε να προσπαθεί να θυμηθεί για ποιο λόγο ήταν εκεί.

Στον πάνω όροφο η μυρωδιά της κλεισούρας ήταν πιο έντονη. Η Λένα άνοιξε τα παντζούρια. Το τελευταίο δωμάτιο που μπήκε πρέπει να ήταν των γονιών του. Σε μία φωτογραφία αναγνώρισε τον Νίκο μικρό. Ήταν στον κήπο ανάμεσα στα λουλούδια και χαμογελούσε. Χαμογέλασε κι αυτή και για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσε αισιόδοξη. Ο γιατρός εξάλλου ήταν καθησυχαστικός. «Υπάρχει η κατάλληλη αγωγή για τον καθένα, χρειάζεται μόνο λίγη υπομονή».

Τον βρήκε να κάθεται στο σκαλί μπροστά στην πόρτα.

«Πάμε να τριγυρίσουμε;» του είπε.

«Πήγαινε μόνη σου».

«Δεν θέλω να πάω μόνη μου. Θέλω να πάω μαζί σου».

Ο Νίκος δεν μίλησε. Κρατούσε ένα κλαδί και σκάλιζε το χώμα μπροστά του.

Η Λένα σκέφτηκε ότι δεν ήταν καλή εποχή να κόψει το κάπνισμα. Άνοιξε την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου κι έψαξε με το βλέμμα την τσάντα της. Μια κούτα με βιβλία είχε αναποδογυρίσει. Έπιασε ένα και κοίταξε το εξώφυλλο. Ήταν από τα εγχειρίδια αυτοβοήθειας που του αγόραζε κατά καιρούς. Ο Νίκος δεν είχε ανοίξει ποτέ κανένα. Τι την έκανε να πιστεύει ότι θα το έκανε τώρα;
Πήρε τα τσιγάρα και το βιβλίο και κάθισε μπροστά. Άρχισε να διαβάζει τα περιεχόμενα. «Γίνε ο θεραπευτής του εαυτού σου», «Νίκησε την κατάθλιψη».

Κοίταξε τον Νίκο. Ήταν ακόμη στο κατώφλι του σπιτιού με το κεφάλι σκυφτό. Είχε παρατήσει το κλαδί και καθόταν ακίνητος.

Μια μύγα μπήκε απ’ το παράθυρο κι άρχισε να κάνει βόλτες γύρω απ’ το κεφάλι της. Την έδιωξε με το χέρι κι αυτή χτύπησε πάνω στο παρμπρίζ. Προσπαθούσε να φύγει αλλά δεν έβρισκε την έξοδο. Η Λένα την έβλεπε να πετάει για λίγο και να σκάει ξανά και ξανά στο τζάμι μπροστά της. Σήκωσε το βιβλίο κι ετοιμαζόταν να τη χτυπήσει όταν άκουσε τον Νίκο να φωνάζει τ’ όνομά της. Στεκόταν στον κήπο, χωμένος στα χόρτα μέχρι τα γόνατα. Ο ήλιος την εμπόδιζε να δει καθαρά, της φάνηκε όμως πως χαμογελούσε.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.