Καθόταν μισοναρκωμένη, όπως κάθε απομεσήμερο, στην παλιά ψάθινη καρέκλα που βρισκόταν μόνιμα στο μπαλκόνι της. Η ζέστη του Ιούλη ήταν αποπνιχτική. Κι όμως στα ενενήντα της χρόνια η αίσθηση ήταν ίδια με τότε που ήταν εννέα ετών, τότε που ο πατέρας της την έστειλε να μαζέψει τα βελανίδια.

«Σταματία, πήγαινε παιδί μου πέρα στο χωράφι, στην πλαγιά ν’ ανέβεις πάνω στον δρυ να μου μαζέψεις τα βελανίδια. Θα κατεβώ το Σάββατο στο χωριό, στο παζάρι να πάω στον έμπορα να τα πουλήσω. Κι ύστερα με τα λεφτά θα πάω στου τσαγκάρη να σου φτιάξω ένα ζευγάρι παπουτσάκια». Παπούτσια δεν είχε ξαναφορέσει και τα λόγια αυτά του πατέρα έκαναν την καρδιά της να ριγήσει από αναπάντεχη χαρά. Ένας ενθουσιασμός πρωτόγνωρος την πλημμύρισε που δεν είχε ξανανιώσει κι άρχισε αυτόματα να πλάθει εικόνες στο μυαλό με τον εαυτό της να φορά το ολοκαίνουργιο ζευγάρι παπούτσια…

Πήρε το ραβδί κι ένα σακί, βγήκε από το χαμόσπιτο και ξυπόλυτη περπατούσε προς την πλαγιά και στο δρόμο χαζογελούσε μόνη της, ενώ ονειρευόταν τα όμορφα παπούτσια. Είχε ξεχάσει κιόλας πως ο τόπος γύρω έβραζε μες το κατακαλόκαιρο, παρόλο που ήταν ακόμα πρωί. Τι κι αν ήταν νηστική και περπατούσε μέσα στη ζέστη, τι κι αν τα μάτια της έτσουζαν, τι κι αν τα γυμνά πόδια της καίγονταν πάνω στο πυρωμένο πετρώδες έδαφος! Ο ιδρώτας έλουζε το μικροκαμωμένο κορμί της και τα πόδια της μάτωναν, καθώς σκαρφάλωνε στην πλαγιά τη γεμάτη αγκαθωτά βάτα. Είχε ζαλιστεί, μα δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν ήταν απ’ το λιοπύρι που τη σφυροκοπούσε αλύπητα ή από το γλυκό όνειρο που γέννησε μέσα της ο λόγος του πατέρα.

Τα μάζεψε το βελανίδια. Φορτώθηκε το σακί . Το φέρε ως το σπίτι αποκαμωμένη. Ούτε που κατάλαβε με ποια μαγική δύναμη το κατάφερε. Ο πατέρας πήγε το Σάββατο στο παζάρι. Τον περίμενε με λαχτάρα στην πόρτα να γυρίσει. Όταν γύρισε κρατούσε ένα σακούλι με ρύζι. «Μού φερες τα παπούτσια πατέρα;», ρώτησε με έναν αγωνιώδη ενθουσιασμό. Ο τσαγκάρης έλειπε. Θα πάει το άλλο Σάββατο πάλι. Έδωσε στη μάνα το ρύζι να το βράσει, να φάνε τα έξι του παιδιά. Το άλλο Σάββατο ο τσαγκάρης είπε πως είχε πολλή δουλειά και να ξαναπεράσει, λέει, το επόμενο Σάββατο. Ξαναπέρασε, μα του σπάσε, λέει, το σουβλί αυτή τη φορά. Κι η εννιάχρονη παιδούλα περίμενε κάθε Σάββατο και ρωτούσε «Μου φερες τα παπούτσια πατέρα;». Μα ο πατέρας κρατούσε πότε ρυζάκι, πότε φασόλες, πότε ρεβίθια κι ο τσαγκάρης όλο δεν ευκαιρούσε. Κι η Σταματία σταμάτησε κάποτε να περιμένει.

Παντρεύτηκε μετά τον πόλεμο έναν μπακάλη. Έβαλε πολλά παπούτσια στη ζωή της σε ό,τι σχέδια και χρώματα δεν φανταζόταν ποτέ ως παιδί. Πού να τη βρει άλλωστε την τόσο πλούσια φαντασία στην καθυστερημένη επαρχιώτικη κοινωνία όπου μεγάλωσε; Μα ακόμα και τώρα, στη δύση της ζωής της, στα ενενήντα της χρόνια, όπως κάθεται ζαβλακωμένη στην ψάθινη καρέκλα μέσα στον καύσωνα του προχωρημένου Ιούλη, νιώθει εκείνο το ίδιο κάψιμο της ζεματισμένης πέτρας στα πόδια της κι ο ζεστός, υγρός αέρας την πνίγει. Ένας λυγμός ανεβαίνει ως τον λαιμό. Ώρα να πάει μέσα…


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.