2003, μεσημέρι Ιουλίου, Αθήνα
Έχεις μετρήσει τα νεκρά ζεστά μεσημέρια της ζωής σου; Χυμένη ανάσκελα στο κρεβάτι, με τα χέρια σταυρωμένα στο σβέρκο να στηρίζουν το κεφάλι, κοιτάς στο ταβάνι σαν στο πανί του σινεμά και παρακολουθείς με έκσταση κάτι ανάμεσα σε ανάμνηση κι όνειρο. Στα τοιχώματα της Νεραϊδοσπηλιάς, λέει, το φως τρεμοπαίζει καθώς καθρεφτίζεται στο θαλασσινό νερό – ίσως αυτόν τον φωτεινό χορό να έπαιρναν για νεράιδες οι αλαφροΐσκιωτοι. Κολύμπησες στ’ αλήθεια σε κείνη τη σπηλιά κάποιο καλοκαίρι με δέρμα καμένο απ’ το λιοπύρι και μυαλό μεθυσμένο αύρα και θαύματα; Δεν μπορείς να πεις. Αντ’ αυτού πλησιάζεις το δείκτη σου στα χείλη και γλύφεις μια σταγόνα φως. Προσπαθείς να αφουγκραστείς τους παλμούς της καρδιάς σου. Οι συζητήσεις μαζί τους πάντοτε σε παίδευαν. Τρελός κρουστός ρυθμός, αρρυθμία. Ζαλίζεσαι. Κλείνεις τ’ αυτιά σου με τα χέρια και φέρνεις τα μαλλιά σου στη μύτη. Μυρίζεις ήλιους, άμμο κι αρμύρα. Τόση αρμύρα που το κορμί σου αρχίζει να καίγεται. Ξύνεσαι με μανία.

Αν με κοιτούσες απ’ την κλειδαρότρυπα
2011, λευκή νύχτα Ιουλίου, Βρυξέλλες
Μα τι κάνει μέσα στο μισοσκόταδο σκαρφαλωμένη στο περβάζι; Και γιατί τέτοια ώρα δεν κοιμάται; Κι αφού δεν κοιμάται, γιατί δε βγήκε με τους άλλους να πιεί ένα ποτό να ξεχαστεί; Και επιτέλους, ας ανάψει το φως να βλέπω καλύτερα. Λούζεται το φεγγαρόφωτο και το ισχνό λευκό της λάμπας του δρόμου και κάτι σκαλίζει στο χαρτί, ακούω τον τριγμό του μολυβιού. Και χτες τα ίδια και προχτές, πάνε νύχτες τώρα. Ίσως να είναι το ψιλόβροχο που την ενοχλεί. Ίσως να αναπολεί τα νεκρά ζεστά μεσημέρια της ζωής της…

Νεκρολογία
2017, δεν έχει σημασία η ώρα μα είναι πάλι Ιούλιος, κάπου στη Γερμανία
Τα έθαψα τα μεσημέρια μου σου λέω. Εκείνα τα ζεστά, της απραγίας και της ονειροβασίας, ξέρεις εσύ. Ήταν νεκρά από καιρό, θα πεις, ποιο το όφελος να αργοπορήσω τόσο, ώστε να μπουν στο χώμα σε προχωρημένη σήψη; Το ξέρω, το ήξερα από παλιά, μα δεν ήθελα να το παραδεχτώ τότε. Και για να είμαι ειλικρινής, στο μεταξύ το είχα σχεδόν ξεχάσει. Το πένθος βλέπεις το αδούλευτο, πρώτο στάδιο η άρνηση, πολλοί οι Λωτοφάγοι. Η ασθενική κι επιλεκτική μου μνήμη, πολύτιμος μηχανισμός άμυνας, με βοήθησε. Η μυρωδιά μου το ‘φερε ξανά στη μνήμη. Αδυσώπητη. Δεν είχα άλλη επιλογή απ’ τον ενταφιασμό. Μη φανταστείς πλάκες λευκές κάτω από κυπαρίσσια. Έσκαψα ένα λάκκο πρόχειρο και φύτεψα πάνω πανσέδες, καθώς κάνουν οι καθολικοί εδώ στην Εσπερία. Και τώρα τα κλαίω, τα ζεστά μου πεθαμένα μεσημέρια λέω. Που σας αγάπησα και που σας ρούφηξα στιγμή τη στιγμή αφείδωλα ως το μεδούλι, που σας ζητώ συγγνώμη γιατί ήμουνα μικρή, δεν ήξερα πως είσαστε ακριβά και διαβατάρικα, που και να ΄ξερα, αλλιώς δε θα ‘καμα, που σας ευχαριστώ και σας ευγνωμονώ για τα φλογάτα σας φιλιά στο κορμί, για τα ίχνη απ’ τις πατημασιές σας στο μυαλό. Αντίο. Αναπαυθείτε εν Ειρήνη.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.