Ήταν ένα από κείνα τα Uno, τα πρώτα. Κόκκινο, χαριτωμένο και χωρίς κλιματισμό. Και κείνες οι πρώτες τους διακοπές που μόλις είχαν τελειώσει. Βρισκόταν ήδη στο δρόμο του γυρισμού.
Θόλωνε ο ορίζοντας μπροστά από τη ζέστη. Οι λαμαρίνες έκαιγαν. Αυτή μια άνοιγε το παράθυρο, μια το έκλεινε. Διαφορά, όχι, δεν μπορούσε να διακρίνει. Κλειστό, μέσα δεν μπορούσες να αναπνεύσεις. Ανοικτό, μέσα πάλι, ένα καυτό αεράκι σου έκαιγε πρόσωπο και σώμα. Με ένα ψιλοχαρτόνι, που το βρήκε άραγε; αναρωτήθηκε, προσπαθούσε να ταράξει τον αέρα μπας και της παραχωρούσε γενναιόδωρα λίγη δροσιά. Αυτός οδηγούσε και πότε πότε γελούσε με τα καμώματά της. Ορεσίβια αυτή, πάντα είχε λιγότερες αντοχές στη ζέστη. Καμπίσιος αυτός, έμοιαζε να ταλαιπωρείται λιγότερο.

Λες κι η αντοχή είχε περάσει στο γενετικό κώδικα και μεταφερόταν μέσα τους από γενιά σε γενιά. Με την άκρη του ματιού του συνέχιζε να την παρατηρεί. Τώρα έβρεχε τα χέρια της με κείνο το καυτό νερό του μπουκαλιού. Άγγιζε το πρόσωπο, τα χείλη, το λαιμό, τις παρυφές του στήθους, κάτω από τη μπλούζα, τα πόδια. Ξανάβρεχε τα χέρια της με φειδώ, μην τελειώσει κι αυτό, κι άπλωνε στα μαλλιά της, στον αυχένα, στο ένα χέρι, στο άλλο. Μάταια, το ένιωθε. Τώρα κατρακυλούσε πίσω στην πλάτη, κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, ένα ρυάκι ζεστό, καυτό, ανάμεικτο από ιδρώτα και νερό. Αντί να τη δροσίσει, πιο πολύ την έκαιγε. Το μπλουζάκι κολλούσε πια στο σώμα, ένα με αυτό είχε γίνει. Η ματιά της άρχισε να θολώνει κι αυτή, σαν τον ορίζοντα. Ένα άσπρο τεράστιο ολοένα μεγάλωνε και μεγάλωνε, ολοένα μεγάλωνε ώσπου τελικά σκέπασε τα πάντα.

Πρώτα άκουσε τα τζιτζίκια, ύστερα τη φωνή του. Όταν άνοιξε τα μάτια της, δυο τρεις αχτίδες ήλιου γλιστρούσαν μέσα από τα κλαδιά μιας ελιάς στο πρόσωπό της. Κατάλαβε ότι ήταν ένα με το χώμα, μόνο τα πόδια της τα ένιωθε λίγο ψηλότερα, αυτός να τα κρατάει. «Επιτέλους», τον άκουσε να λέει και την πλησίασε. Την βοήθησε να στηρίξει την πλάτη στον κορμό της ελιάς. Τα μαλλιά της έσταζαν, τα ρούχα κολλούσαν ευχάριστα πάνω της και το πρόσωπο ήταν, περίεργα, δροσερό. Γύρω της, τώρα το έβλεπε, κάμποσα άδεια μπουκαλάκια νερό βιαστικά ριγμένα στο έδαφος, παρέκει τα καπάκια τους. Τον κοίταξε, σαν να ρωτούσε.

– Α, ναι, της είπε, ας είναι καλά ο μαυραγορίτης νερουλάς. Πέντε μπουκαλάκια, δέκα Ευρώ.
– Τι; ψιθύρισε αυτή αδύναμα
– Το έκτο δώρο. Λοιπόν, πες το και συ. Ο Θεός να έχει καλά τον μαυραγορίτη νερουλά, είπε και αχνογέλασε.

Πίσω από το χαμόγελο θαρρείς και οσμίστηκε τον φόβο του, την τρομάρα που κρυβόταν. Με σοβαρό ύφος άρχισε να επαναλαμβάνει ακριβώς τα λόγια του. Και καθώς τα έλεγε, δυο ξεραμένα φυλλαράκια ελιάς ξεκόλλησαν από τα υγρά μαλλιά της κι έπεσαν κάτω στο χώμα.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.