Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ασφυκτικά πνιγηρή. Οι αλωνάρηδες αναμένουν υπομονετικά στα σταροχώραφα το μέστωμα των ξανθοκίτρινων σταριών. Οι ποιμένες βόσκουν τα κοπάδια τους κοντά σε δροσερές ρεματιές, το κελάρυσμα των οποίων συνθέτει μαζί με την γλυκόηχη μελωδία των κουδουνιών μια ιδιότυπη συμφωνία. Τα πειθαρχημένα μυρμήγκια ρίχνονται κάθιδρα στον επίπονο στίβο της αποθήκευσης σπόρων. Οι πύρινες φλόγες γλύφουν απειλητικά τους πέτρινους μοναχικούς ανεμόμυλους και τους γκριζοπράσινους ελαιώνες. Τα ηλιοτρόπια σε στάση ικεσίας μοιάζουν να υποκλίνονται στους αιθέρες. Τ’ αγέρωχα κάστρα τα αμφιθεατρικά χτισμένα και τ’ ασβεστωμένα κατανυχτικά ξωκλήσια πάνω στους κρημνώδεις βράχους δεσπόζουν σαν βιγλάτορες κάτω από τη ζέση. Επισκέπτες με πολύχρωμες ομπρέλες κι ακούραστες βεντάλιες μαγνητίζονται από τα απαράμιλλης αρχιτεκτονικής παραμυθένια αρχοντικά που όντας αγκιστρωμένα στην πλαγιές κάποιου πευκοδάσους ατενίζουν μεγαλοπρεπώς τα πελάγη. Κατάφυτοι λόφοι φαντάζουν στα μάτια τους ωσάν ν’ αγκαλιάζουν τις κρυστάλλινες καλλονές, τα γαλαζοπράσινα νερά των οποίων προσφέρουν μια ευκαιρία απόδρασης από τον τροπικό καύσωνα. Ανέμελα παιχνίδια ηλιοκαμένων παιδιών στο νωχελικό κύμα, πολύχρωμα σωσίβια, ψηφιδωτά βότσαλα, δροσερά λαχταριστά παγωτά και ζουμερές φέτες καρπουζιών συνθέτουν το πάζλ ενός επίγειου παραδείσου. Ο υδράργυρος χτυπά κόκκινο στην ηλιοκαμένη άμμο και τα αλμυρίκια προσφέρουν απλόχερα καταφύγιο στους αναψοκοκκινισμένους φίλους που νοσταλγούν τα περασμένα. Τα αφρογάλανα κύματα φιλούν τη βελούδινη αμμουδιά, που μετατρέπεται σε γειτονιά γεμάτη γέλια και τραγούδια, ενορχηστρωμένα υπό τον ήχο του ανάλαφρου φλοισβίσματος. Οι γλάροι πάσχοντες από την ιλιγγιώδη λάβρα αναζητούν εναγωνίως μια στάλα δροσιάς, ενώ ταυτόχρονα καθρεφτίζονται στα χρυσαφένια από τις ηλιακές ακτίνες καθάρια νερά. Βάρκες με μπερδεμένες άγκυρες λικνίζονται στους κυματισμούς τους στήνοντας τον δικό τους ξέφρενο χορό. Καΐκια επανδρωμένα με σφουγγαράδες σαλπάρουν προς ανακάλυψη νέων θησαυρών. Άοκνοι αμαξάδες επιδίδονται σε αγώνες δρόμου σε απόμερα καλντερίμια και πλακόστρωτα σοκάκια διανθισμένα περίτεχνα από γεράνια και μπουκαμβίλιες. Γραφικά ταβερνάκια με θαυμάσια μπαλκόνια στον ανοιχτό ορίζοντα ως άλλοι πίνακες ζωγραφικής σαγηνεύουν τους περιηγητές κι απευθύνουν προσκλητήριο γαστρονομίας κι ανάπαυλας από το κάμα του θέρους. Πριν την αναχώρηση οι φιλόξενοι ταβερνιάρηδες τους τρατάρουν υποβρύχιο βανίλια. Ο πυρωμένος ήλιος γέρνει φλογισμένος στη δύση βάφοντας ειδυλλιακά μαβιά και μενεξεδιά την ακρογιαλιά. Τ’ άστρα διαγράφουν τη δική τους τροχιά στον ξάστερο ουρανό και κρατούν συντροφιά στο φεγγάρι που ασημώνει στα νερά και σκεπάζει ερωτικά με το μαγευτικό αραχνοΰφαντό του πέπλο ολόκληρη την πλάση. Τα νυχτολούλουδα και το γιασεμί μοιάζουν να συναγωνίζονται μεταξύ τους για το ποιο θα αναβλύσει την πιο βαλσαμώδη και μεθυστική ευωδιά. Οι κορυδαλλοί και τα τζιτζίκια δίνουν τη σκυτάλη του μελωδικού σκοπού στα τριζόνια και τότε εκείνα απολαμβάνουν τη φτερωτή καντάδα, ο ήχος της οποίας αντηχεί στερεοφωνικά. Οι ψαράδες δίνουν ραντεβού σε απάνεμους παρθένους κολπίσκους και στήνουν με το πυροφάνι τους ενέδρα στα ανυποψίαστα θύματά τους. Ένα τρελό κυνηγητό ξεκινά. Τα πανηγύρια του Δεκαπενταυγούστου, παρ’ όλη την πυράδα, δίνουν το κέλευσμα στις ευαίσθητες συναισθηματικές χορδές να αφουγκραστούν και να επαναπροσδιοριστούν. Η θερμοκρασία υψηλή, μα η πολυπόθητη κάθαρση υπό το φυσικό φως της μαγευτικής φεγγαράδας δελεαστική.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.