Ο παπάς είχε πάθει πατατράκ λόγω του καύσωνα. Μόλις έφτασε η μητέρα μου στο σπίτι του, αντίκρυσε ένα θέαμα που της έμεινε αλησμόνητο. Τον είδε από τη βεράντα, μέσα από τις διάφανες κουρτίνες, ταβλιασμένο στο πάτωμα, σχεδόν εν αδαμιαία περιβολή, μόνο με το σώβρακό του, εκείνο με το σκίσιμο μπροστά. Είχε ανακαλύψει κι αυτός, όπως εγώ, τη δροσιστική επίδραση των μωσαϊκών. Η γυναίκα του είχε αυτοφυγαδευτεί στο χωριό, ορεινό γαρ, πιο ιδανικό για τις μέρες της μεγάλης ζέστης. Ο πάτερ- Ιάκωβος δε μπορούσε να αφήσει το ποίμνιο να οδεύει στο θάνατο αλειτούργητο, εκείνες τις άγριες μέρες με τις εκατόμβες νεκρών στην Αθήνα αλλά και στη Θεσσαλονίκη. Η ζέστη θέριζε. Εκατοντάδες νεκροί. Κάποιες εφημερίδες έβγαζαν πρωτοσέλιδα με τα φέρετρα φορτωμένα σε βαγόνια τρένων, δεν είχαν πού να τους θάψουν. Ο εκπρόσωπος του Θεού επί Γης και πιο συγκεκριμένα επί της Νέας Ελαίας, επιστρατεύτηκε για τυχόν κηδείες, εξομολογήσεις της ύστατης στιγμής, όλο και κάποιο γεροντάκι θα εξοντωνόταν από την υπερβολική άνοδο του υδράργυρου.

“Τέκνο μου, Μαρία, η ώρα δεν είναι κατάλληλη” την αποπήρε μόλις του ζήτησε να πάμε εν πομπή και παρατάξει στην ενορία για να με εξομολογήσει. Εκείνη συνοφρυώθηκε. Καθόλου δεν της άρεσε που δεν της έκανε το χατήρι, διότι στις συναλλαγές τους υπήρξε ιδιαιτέρως γαλαντόμα, έπεφταν τα χιλιάρικα βροχή σε κάθε ευχέλαιο και τα πεντακοσάρικα στο παγκάρι, στις μεγάλες σχόλες. Όμως η θερμοκρασία παραήταν υψηλή για να ενδυθεί το ράσο και να τραβιέται μεσημεριάτικα μέχρι τον ιερό ναό του Σωτήρος για το μοναχοπαίδι της. Τελικώς οι δύο πλευρές κατέληξαν σε μία συμβιβαστική λύση, να τελεστεί μεν το μυστήριο αλλά κατ΄οίκον.

Ο ιερωμένος φρόντισε πριν την προσέλευσή μας για κάποιες σκηνικές αλλαγές στο σαλόνι ώστε να προσιδιάζει στο εσωτερικό της εκκλησίας. Καθήσαμε αντικρυστά. Εκείνος στην αναπαυτική πολυθρόνα, εγώ στο χαμηλό σκαμνί και στην καρέκλα η Παναγία η Βρεφοκρατούσα. Μόλις είδα το εικόνισμα αυθορμήτως έκανα το σταυρό μου και το φίλησα, πιο πολύ για να πάρω κουράγιο παρά για να δείξω μεταμέλεια, αφού ήμουν πεπεισμένος πως ουδεπώποτε έσφαλα. Αναθαρρημένος ο πάτερ με τον ασπασμό της Παναγίας, ανέπτυξε ένα λογύδριο περί του μυστηρίου της εξομολογήσεως λες και προσπαθούσε να με πείσει να το προτιμήσω.

“Αυτά έπρεπε να τα ξέρει το παιδί, Μαρία” παρατήρησε γονυκλινής κοιτάζοντας αυστηρά τη μητέρα μου. “Αλλά ας όψεται…Θού Κύριε” συμπλήρωσε και εξακολούθησε την αναπαράσταση. Έπειτα απαίτησε να το επαναλάβω τρις.

Αφού έκανα τις μετάνοιες μου, ξέσπασε όρθιος σε ένα ακατάληπτο κήρυγμα για τη νεολαία, τα ναρκωτικά, τις άσεμνες φούστες των νεαρών γυναικών, τους μαλλιάδες, το ροκ του σατανά, τους πρεζάκηδες στην Ομόνοια, τον Ανδρέα, τον αμερικάνο εβραιομασόνο λαοπλάνο, τους χίπις στα Μάταλα, τις Καβασάκι που κάνουν σούζες και κόντρες στην Εθνική Οδό, τους χούλιγκαν στα γήπεδα, τους αναρχικούς, τους καλικάντζαρους, τη Δευτέρα Παρουσία, τα καζάνια της κολάσεως, τους άθεους εαμοβούλγαρους και τους Τουρκόσπορους και κατέληξε στο σημάδι στο κεφάλι του Γκορμπατσώφ και τις τελευταίες βολές του Αργύρη Καμπούρη, οι οποίες ήταν θέλημα Θεού ώστε να συντριβεί η Σοβιετική Ένωση και να επικρατήσει η Ορθοδοξία.

Κάρφωσα το βλέμμα μου απελπισμένος στο εικόνισμα και απηύθυνα θερμή παράκληση στα μουγγά. Παναγίτσα μου, σώσε με από τους τρελούς που έχω μπλέξει και κάνε να μην φύγουμε ποτέ από την Κρήτη.


[Προδημοσίευση από το επόμενο μυθιστόρημα της Πέλας Σουλτάτου. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.