Απρόσωπα φαγιούμ
Αντρέας Πολυκάρπου
βακχικόν

Ο ποιητικός λόγος του Αντρέα Πολυκάρπου δημιουργεί εικόνες. Και όταν οι εικόνες αυτές δέσουν μεταξύ τους σε ενιαία σύλληψη, τότε φτιάχνεται ο χώρος, ο τόπος για να εισχωρήσεις. Μόνο που το τοπίο δεν είναι ευκολοπάτητο, όπως και οι λέξεις του δεν είναι ευκολοδιάβαστες. Κάθε που σηκώνεις μια πέτρα /λέξη του μπορεί από κάτω να βρεθείς πρόσωπο με πρόσωπο με το μαύρο χρώμα, την προσωποποίηση του κακού. Αυτό μοιάζει να διακατέχει τον νου του ποιητή, σαν μια εμμονική προσήλωση στην πιο δύσμορφη πραγματικότητα που προσλαμβάνουν τα μάτια του.

Θυμάμαι τον θηριοδαμαστή
πώς χτύπαγε το πρόσωπό μου
με το πέτσινο μαστίγιο
και το αίμα μου ποτάμι.

Θυμάμαι τον Αρχάγγελο,
τον γοργοπόδαρο παλιάτσο
καθώς ξερίζωνε τα φτερά μου
και λόγχιζε τα μάτια μου.

Θυμάμαι τον ήχο του θανάτου.
Αργόσυρτος, τρυφερός, νοσταλγικός.
Με μαγγανείες αλχημιστών
τον ξόρκιζα από τα οστά μου.

Θυμάμαι πώς φτιάχτηκα από φως
για να φέρω το φως.
Πρόσφερα, όμως, σκοτάδι
στις μεμβράνες του λόγου.

Θυμάμαι τις λέξεις
τις ηδονικές κραυγές
που εξοστράκιζαν οι ψυχές
αναμεμειγμένες με οξύ.

Ξεχνάω, όμως, εμένα.
Λησμονώ το σενάριο
του αιώνιου σκηνοθέτη.
Αναμένω τη συνέχεια τυφλά.

(Ποιητής και εωσφόρος)

Πώς να σταθείς απέναντι σε έναν τέτοιο λόγο; Σε τρυπούν οι λέξεις σαν μαχαίρια, νιώθεις πάνω σου τη βία του γοργοπόδαρου αρχάγγελου, ψυχανεμίζεσαι τη σχέση του ποιητή με τον εωσφόρο, όπως άλλωστε δηλώνει ο τίτλος του ποιήματος. Και λες πως η ποίηση εδώ είναι δυνατή, όσο μπορεί να σε οδηγεί σε τοπία τόσο πανάρχαια και εμβληματικά όσο όμως (το κατανοείς κι αυτό) και σύγχρονα και διπλανά.

Αυτό το βαρύ κλίμα, με έκδηλη την αγάπη για το σκοτεινό πρόσωπο του θανάτου, το αναζητά ο ποιητής παντού. Και στο σήμερα αλλά κυρίως στο παρελθόν της συλλογικής μνήμης που διατηρεί τα ίχνη τα ιστορικά και τα λογοτεχνικά. Κι έτσι συνδέει μεταξύ τους  θρησκείες νέες και παλαιές, τον πόνο τον πανάρχαιο (στο όνομα του Οιδίποδα και του Εσταυρωμένου) με αυτόν που πνίγει τον σύγχρονο  άνθρωπο/κατάδικο. Και χτίζει έτσι έναν περίκλειστο ως προς τα σημεία του, ανοιχτό και διαρκώς όμως διαμορφούμενο ως προς τις συμβολικές του προεκτάσεις χώρο, στον οποίο προσκαλεί να τον συντροφέψουμε. Εκείνος μέσα του κατοικεί από καιρό, πλάθεται με τα κομμάτια τα παλαιά και αναγεννάται μέσα στο σήμερα.

Μ’ ένα σύρμα δεμένο στο σύμπαν
κρεμιέται πάνω απ’ των ανθρώπων τα κεφάλια
το προαιώνιο κακό
που επέβαλε τη μάστιγα της αποσύνθεσης.

[…]

Ποιος Προμηθεας το σύρμα θα κάψει
με της Γνώσης τη φλόγα;

Ο τρόπος που μιλά ποιητικά ο Αντρέα Πολυκάρπου είναι μοναδικός. Δεν είναι εύκολο να τον κατατάξεις σε κάποιο ρεύμα, μια κατάταξη με τους ομοειδείς που έτσι κι αλλιώς δεν θα προσέφερε κάτι ουσιαστικό στην υπόθεση της Ποίησης. Αυτό που αναζητούμε όσοι ασχολούμαστε με το δύσκολο και απαιτητικό αυτό είδος της λογοτεχνίας είναι οι ξεχωριστές φωνές και όχι οι επαναλήψεις και οι ομοιότητες. Εδώ, λοιπόν, η ποιητική φωνή ξεχωρίζει και θεματικά αλλά και σε ύφος και σε γλώσσα. Ο λόγος έχει ρυθμό, οι λέξεις είναι επιλεγμένες και στον αριθμό τους ακριβείς, ώστε να συμπεριλάβουν στο σώμα τους το πλήρες νόημα, και συνάμα να δώσουν την εικόνα:

Αφήνομαι στην ηρεμία του Αιγαίου.
Να με παρασύρει σαν άδειο μπουκάλι
στα δίχτυα της μεγάλης Άρκτου
καθώς ο Αινείας κλέβει την Κασσιόπη.

[…]

Οι ποιητές ταξιδεύουν
στο κέλυφος του ναυτίλου.
Χωρίς κατάρτια, χωρίς άγκυρες
αγναντεύουν τα λιμάνια.

Κάποιος θρύλος με έφερε εδώ.
Να ξαποσταίνω τον πόνο μου
όταν αυτός θεριεύει
και φουσκώνει σαν θάλασσα.

[…]

Εκεί που θαρρείς πως αφέθηκες στο αιγαιοπελαγίτικο τοπίο, με τον ποιητή να ταξιδεύει τον πόνο του που θεριεύει, έρχεται πάλι η μνεία του θανάτου να ισορροπήσει τα μεγέθη, να δείξει την κατάληξη – μόνη αληθή γνώση παντοδύναμη:

[…]

Έχω κι εγώ το δικό μου όνομα.
Ο θάνατος μόνο το ξέρει.
Μ’ αυτό με καλεί κάθε χάραμα
στη σκαμμένη γη που μου έχει ετοιμάσει.

Μοιάζει η ποίηση αυτή να μην έχει κανένα έλεος, να μη φωτίζει πουθενά. Ωστόσο, όλο αυτό το πεσιμιστικό τοπίο γίνεται παραδόξως αποδεκτό, καθώς διαβάζεις. Και τότε έρχεται ο τίτλος της συλλογής για να καταθέσει το ελάχιστο που του αναλογεί στην ερμηνεία των στίχων. Τα φαγιούμ, τα νεκρικά πορτραίτα που αγκαλιάζουν τα ποιήματα φέρουν τον συμβολισμό, τη σύνδεση με τον χώρο του επέκεινα, έτσι όπως τον ενστερνίζεται ο άνθρωπος μέσα στην αναπόφευκτη άγνοιά του, απέναντι στην τραγικότητα της οποίας η οποιαδήποτε θρησκεία ωχριά και αδυνατεί να απαντήσει. Έτσι είναι σαν να τα βλέπουμε πίσω από τους στίχους να περιγελούν την απατηλή μας εντύπωση ότι αχνοφέγγει η παραμικρή ελπίδα μέσα τους. Όσο για το παράδοξο της λεκτικής συνύπαρξης, πρόσωπα αλλά και μη πρόσωπα, ας πούμε πως, όπως κάθε σχήμα οξύμωρο έτσι και αυτό, προκαλεί για την αποκάλυψη της βαθύτερης αλήθειας που κρύβει η φαινομενική αντίφαση. Το κενό στη θέση του προσώπου (το κάθε ένα από αυτά τα απρόσωπα φαγιούμ) θα μπορούσε να συνοδεύει την πορεία του φθαρτού σώματος προς την ανυπαρξία.

Κάτω από αυτό το πρίσμα η ποίηση του Αντρέα Πολυκάρπου δεν είναι παρά μια καταγραφή της κραυγής του ποιητή  μπροστά σε όσα βλέπει, αισθάνεται, φοβάται. Και σαν αυθεντική κραυγή έχει μαύρο χρώμα, σε σκοτεινό τοπίο περπατά και μιλά με γλώσσα κοφτερή. Αυτό καθόλου, φυσικά, δεν ενοχλεί την υπόθεση της Ποίησης, ίσα ίσα αναδεικνύει τη δυναμική της να αναμετράται με έννοιες που δύσκολα προσεγγίζονται, να χρησιμοποιεί ευθύβολη γλώσσα για να αποδώσει το υπαρκτό γύρω μας τοπίο. Ο Αντρέας Πολυκάρπου γράφει ποίηση πληθωρική στη δύναμή της και απευθύνεται στον αναγνώστη του χωρίς υπεκφυγές. Ευθύγραμμη έτσι και η πορεία συνάντησής τους.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.