Έφτιαξε καφέ και κάθισε στη βεράντα. Παρέα με την κουφόβραση.

Εκεί την συνάντησε. Την είδε να πηγαινοέρχεται μπρος τα μάτια της μαύρη, βουερή κουκίδα.

Προσγειώθηκε στη μύτη της, την απόδιωξε με το χέρι. Έκανε ένα πέρασμα από το μπράτσο της, κουνήθηκε σαν νευρόσπαστο για να την ξεφορτωθεί. Απομακρύνθηκε μα ευθύς κόλλησε στο μέτωπό της το ιδρωμένο από την κάψα του κατακαλόκαιρου. Κούνησε μανιασμένα το κεφάλι της, «αχ να είχα μια σκοτώστρα», μάσησε τα λόγια της πίσω από σφιγμένα δόντια, “αν είχα μια σκοτώστρα… θα σου έδειχνα εγώ”, ξεχείλισε παράταιρα πολύς ο θυμός της, σαν αγουροξυπνημένη παιδική οργή που δεν τόλμησε κάποτε να εκδηλωθεί.

Η μύγα διέγραφε κύκλους γύρω της. Κατάφερνε να παίζει μαζί της, να την ξεγελά· νόμιζε πως έφευγε, μα απρόσμενα επέστρεφε για μια στιγμιαία εκνευριστική επαφή.

Ακριβώς όπως επέστρεφε εκείνος· στιγμιαία, ίσα για να την ξεσηκώνει, να την βγάζει από την χαυνωτική ηρεμία στην οποία με κόπο κατάφερνε να βυθίζεται κάθε φορά που εκείνος χανόταν και απόμενε αυτή μουδιασμένη, με οδύνη να μετρά και να ξαναμετρά τις λέξεις του και να τις βρίσκει πάντοτε λειψές και να πασχίζει από την αρχή να γεμίσει το κενό της φευγαλέας παρουσίας του με μπαλώματα ζωής.

Η μύγα ρίχτηκε στο μάτι της. Έκλεισε αστραπιαία τα βλέφαρα και τινάχτηκε όρθια. Άρπαξε εξαγριωμένη μια εφημερίδα από τη διπλανή καρέκλα. Την αναζήτησε με το βλέμμα της. Ακροβατούσε στο χείλος του ποτηριού. Κατέβασε με δύναμη την εφημερίδα. Ποτάμι μελανό ο καφές στο τραπέζι, στο πάτωμα. Τη μισούσε.

Περπατούσε πια στην κουπαστή της βεράντας. Θα ξεμπέρδευε μαζί της. Είχε ανοιχτό πεδίο. Όρμησε με λύσσα. Η εφημερίδα διέγραψε στο χέρι της ένα ημικύκλιο μέχρι να φτάσει στη σιδερένια κουπαστή. Μαζί και το σώμα της που έγειρε με φόρα στο κενό.

Η μύγα πετούσε μακριά. Εκείνη γέμιζε το κενό· αίσθηση οικεία. Η άσφαλτος ζεματούσε. Ιούλιος.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα. Στείλτε κι εσείς το δικό σας!]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.