Τον ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά. Μην με ρωτήσετε τι μου άρεσε περισσότερο. Τα πάντα. Τον ερωτεύτηκα ολόκληρο.

Το κεφάλι του. Ήθελα να χώσω τα δάχτυλά μου στο κύμα των μαλλιών του. Να δαγκώσω τους τέλειους λοβούς των αυτιών του. Να μαζέψω με τη γλώσσα μου τις σταγόνες που άχνιζαν στις κλείδες του, ν’ αγκαλιάσω τον αλαβάστρινο κορμό, να καταβροχθίσω το υπέροχο στέρνο του. Λάτρεψα τους θεϊκούς μηρούς, τις ρωμαλέες γάμπες, τις ανάγλυφες φλέβες, που πάλλονταν. Ναι. Μέχρι και τα αιμοφόρα αγγεία του λάτρεψα. Ζήλεψα ακόμα και το σημείο που πατούσαν τα δυνατά πέλματά του. Μου έγινε εμμονή. Τον ονειρευόμουν κάθε βράδυ. Τις ελάχιστες νύχτες που κατόρθωνα να αποκοιμηθώ. Τις ώρες της αγρύπνιας αδημονούσα να ξημερώσει για να τον ξαναδώ. Για πολλές μέρες τον επισκεπτόμουν κάθε πρωί. Μόνο μερικά απογεύματα πήγαινα στη θάλασσα για να κατευνάσω τον πόθο μου.

Έβλεπα πολλούς νέους, ωραίους, σχεδόν γυμνούς, θεϊκούς άνδρες. Κάποιοι περισσότερο θεσπέσιοι απ’ τον δικό μου. Στο βλέμμα τους, όμως, έβλεπα την αδιαφορία, την απαξίωση. Την περιφρόνηση. Κάτι που ποτέ δεν θα εισέπραττα από το άδειο βλέμμα του αγαπημένου μου Κούρου στην αίθουσα 3 του αρχαιολογικού μουσείου.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Zsolt Furesz.]

 Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.