Σάββας Καράμπελας, Στο θάλαμο του μεταφραστή, εκδ. Μανδραγόρας, Αθήνα 2016.

Έχω τη χαρά και την τιμή, να παρουσιάσω, σήμερα [1], την πρώτη ποιητική συλλογή, ενός νέου ποιητή, του Σάββα Καράμπελα, που φέρει τον τίτλο: Στο θάλαμο του μεταφραστή, από τις καλαίσθητες και ποιoτικές εκδόσεις «Μανδραγόρας», το 2016.

Από τον τίτλο ακόμα αυτής της ποιητικής συλλογής, ο νους μου πήγε κατευθείαν στη θεωρία του Henri Meschonnic, ενός Γάλλου μεταφραστή, ποιητή και καθηγητή της θεωρίας του λόγου στο Πανεπιστήμιο, στο Παρίσι, που υποστήριξε ότι η γραφή, και εννοούσε τη λογοτεχνική γραφή, είναι πριν απ’ όλα μια μετάφραση. Ο συγγραφέας συλλαμβάνει μια ιδέα, μια εικόνα, κι επιχειρεί στη συνέχεια να την αποδώσει με λέξεις, με προσωπικό ύφος, όπως κι ο μεταφραστής που ξεκινά από ένα πρωτότυπο κείμενο και το αποδίδει σε έναν άλλο γλωσσικό κώδικα, σε έναν άλλον πολιτισμό, ώστε ο «ξένος» αναγνώστης να τον κατανοήσει πλήρως.

Καθώς ο Henri Meschonnic υπήρξε ο πρώτος που επιχείρησε και μετέφρασε από το πρωτότυπο πολλά βιβλικά κείμενα από την εβραϊκή των αρχαίων κωδίκων στη γαλλική, κι όχι από τη λατινική Vulgata του Αγίου Ιερώνυμου, όπως συνηθιζόταν, υποστήριξε ότι στη διαδικασία της μετάφρασης, για την απόδοση ενός κειμένου από μια γλώσσα σε μια άλλη, έχει καίρια σημασία ο ρυθμός του κειμένου κι όχι οι ίδιες οι λέξεις. Οι λέξεις μπορεί να είναι κοινές, να αλλάζουν συνεχώς νόημα στο διάβα του χρόνου, να έχουν διαφορετική χρήση. Αυτό που έχει σημασία είναι ο τρόπος που ο δημιουργός ενός κειμένου τις συνδέει κάθε φορά για να δώσει ένα νόημα, μια αίσθηση, μια ατμόσφαιρα, μια νέα γραφή, ένα καινούριο δημιούργημα.

Οι σκέψεις αυτές μου ήρθαν στο νου καθώς διάβαζα την ποιητική συλλογή Στο θάλαμο του μεταφραστή του Σάββα Καράμπελα και το βλέμμα μου σταμάτησε στο εξώφυλλο, ευρηματικό έργο της Γεωργίας Δαμοπούλου, όπου το κεφάλι ενός διαλογιζόμενου ανθρώπου καλύπτεται από ένα είδος διχτυωτού πλέγματος που παραπέμπει σε μνήμες παρελθοντικές αλλά και του παρόντος με τάσεις αυξητικές.

Τα 34 ποιήματα που απαρτίζουν τη συλλογή χωρίζονται σε τρεις ενότητες : η πρώτη, με τίτλο «Τα απομεινάρια μιας πρώτης λείας» περιέχει 7 ποιήματα και καλύπτει το χρονικό διάστημα 1997-2000· η δεύτερη ενότητα, «Σπαράγματα μιας μυθιστορίας», αποτελείται από 24 ποιήματα που γράφτηκαν από το 2001 έως και το 2015, και η τελευταία ενότητα, το «Επίμετρο» με 3 ποιήματα που φέρουν ως ημερομηνία γραφής το 2016.

Πρόκειται συνεπώς για τρεις χρονικές περιόδους ή τρεις σταθμούς, που ο δημιουργός καταγράφει και παρουσιάζει, με ποιήματα, άνισα μεταξύ τους ως προς το μέγεθος, όπου η ποιητική αφήγηση, σε τρίτο πάντα πρόσωπο, δίνει την εντύπωση στον αναγνώστη πως πρόκειται για διαπιστώσεις απόμακρες, για ένα βιωμένο παρελθόν που η μνήμη το επαναφέρει στο παρόν. Και το ποιητικό εγώ μετατρέπεται σε έναν παρατηρητή που καταγράφει, με τρόπο απέριττο, εντυπώσεις και γεγονότα που συνδέονται μεταξύ τους. Η καταγραφή αυτή των γεγονότων έχει αναμνηστικό χαρακτήρα και ο αναγνώστης καλείται να ερμηνεύσει ή αν θέλουμε να παραμείνουμε στη μεταφραστική διαδικασία, να κατανοήσει πως απέδωσε ο δημιουργός βιώματα του παρελθόντος και πως τα συνδέει μ’αυτά του παρόντος. Η μνήμη που καταγράφεται και ως παρόν, συντελεί ώστε να καλλιεργηθεί μια κριτική στάση που ελέγχει τα αισθήματα του ποιητικού εγώ του συγγραφέα.

Από το πρώτο ποίημα, με τίτλο: «Τηλεγραφικό», η αφήγηση, υπερβολικά λιτή, τηλεγραφική θα έλεγα, γίνεται στον αόριστο χρόνο, τοποθετώντας τη δράση στο παρελθόν, στα κατώτερα στρώματα ενός υγρού περιβάλλοντος:

Έκανε κάποιες / επιστημονικές ανακαλύψεις. / αποκάλυψε / το κουτί του θησαυρού· / στο βυθό του παραδείσου / βρίσκεται … (σ. 9).

Κι αυτή η σχέση του αφηγητή με το παρελθόν και το υγρό στοιχείο εκφράζεται συνέχεια: Έχει ξεχάσει πως βρέθηκε / σ’αυτό το βυθό. (…) ή Ίσως να ήταν κι αυτός / ένας από τους επιβάτες τους (…) (σ. 11) αναφέρεται πιο πάνω ο ποιητής σε ναυάγιο, και η εμμονή του ότι βρίσκεται συνεχώς σε ένα υγρό περιβάλλον, εικόνα-σύμβολο που παραπέμπει στη γενεσιουργική μήτρα και στη συνέχεια στον έρωτα. Κι ο αφηγητής αναρωτιέται: Να είναι το μπουκάλι με το μήνυμα (…) Να ’ναι μια αντανάκλαση (…) Ή πάλι να ’ναι ένα λευκό μαργαριτάρι. Και καταλήγει να δεχθεί πως Ό,τι και να ΄ναι / τάραξε πάλι / τα λιμνάζοντα νερά (σ. 13). Κι εμφανίζεται η εικόνα ενός ατέλειωτου ταξιδιού, αυτό της ανθρώπινης ύπαρξης που το φως του φάρου αδυνατεί να διασώσει από το ναυάγιο ή να διακρίνει κάποιο πειστικό ή λογικό στοιχείο για την αφόρητη υπαρξιακή του ταλαιπωρία υπομένοντας καρτερικά τις τέσσερις εποχές του χρόνου να επαναλαμβάνονται στωικά. Μ’ αυτήν την εικόνα της ανθρώπινης αδυναμίας, που αναδύεται από ένα υγρό περιβάλλον, επιχειρεί να βρει μια λύση-αποκούμπι σε άλλες υγρές ακτές και παρασέρνεται από ρεύματα δυνατά, σε βούρκους και θολά νερά. Ο Καράμπελας προσπαθεί στο πρώτο μέρος της ποιητικής του συλλογής να υπογραμμίσει τη διάκριση, τη διαφορά, μεταξύ του αρχικού βιώματος και της ανθρώπινης εμπειρίας στο χρόνο που γνωρίζει ο αναγνώστης. Στην ουσία πρόκειται για το καταστάλλαγμα του αφηγητή-ποιητή σχετικά με την αντίληψη για τις διάφορες φάσεις της γέννησης στη ζωή ενός ανθρώπου, αφήνοντας ελεύθερο τον αναγνώστη, ανάλογα με τις ιδιαίτερες διεργασίες της δικής του ευαισθησίας να συμμετάσχει στη διαμόρφωση απόψεων που προκαλεί και υποκινεί η λογοτεχνική γραφή με τις εικόνες. Ο ποιητής επιχειρεί να παρουσιάσει και να υπενθυμίσει στον αναγνώστη, πως δημιουργείται η ανθρώπινη ζωή και πως αυτή εξελίσσεται ως μία ακόμα «εμπειρία», επιμένοντας πως πρόκειται για μια ανάμνηση που διασώζει η μνήμη και διατυπώνεται, μέσω και της λογοτεχνικής δημιουργίας.

Στη δεύτερη ενότητα, «Σπαράγματα μιας μυθιστορίας», που είναι και η μεγαλύτερη, καθώς αποτελείται από 24 ποιήματα, ο αφηγητής, πάντα στο τρίτο πρόσωπο, κινείται σ’ έναν χωροχρόνο στέρεο, που τοποθετείται σε μια διάσταση η οποία διατρέχει την πραγματικότητα προσδίδοντάς της έναν χαρακτήρα φευγαλέο της εφήμερης ζωής και μια αίσθηση του παρελθόντος. Πρόκειται για ένα παρελθόν που εμφανίζεται με την μορφή της μνήμης, την οποία το ποιητικό εγώ επιδιώκει να συνδέσει με την τρέχουσα πραγματικότητα και τις παραστάσεις της. Δηλαδή υιοθετεί μια οπτική που υπερβαίνει τα σχήματα αλλά και τις κατηγορίες της συνηθισμένης οργανωμένης ιστορίας-ζωής. Όπως στους στίχους: «Σε μια γωνιά / από μια συνωμοσία της αυγής / γεννιέται η μέρα.(…) Καίγεται η μέρα / και ανυπεράσπιστος / λιώνει ο καταυλισμός» (σ. 22) ή «Στη σπηλιά του έρωτα / πλάγιασε η μέρα. (…) Η λίμνη λουφάζει / στη σκιά της σπηλιάς» (σ.23) ή ακόμη : «Η σταγόνα της βροχής/ έγινε χείμαρρος (…) Μέσα από το συρματόπλεγμα του κήπου» (σ. 24) ή πάλι: «Κάνε τη λέξη κλειδί / και άνοιξε (…) και απασφάλισε» (σ.26).

Ο ποιητής κινείται λοιπόν σ’ έναν χωροχρόνο όπου η συστηματική παρουσίαση ή σύγκριση των διεργασιών και των μηχανισμών του παρελθόντος με το σήμερα, προκαλεί ένα είδος ταλάντευσης μεταξύ ονείρου και προσαρμογής στην πραγματικότητα, τακτική που καταλήγει σε μια απροσδιόριστη υπαρξιακή στάση, που θέτει ερωτηματικά, όπως στο ποίημα «Γλώσσα»: «Γίνεται κάποτε οι λέξεις να στεγάσουν ολάκερη την αγάπη;» (σ. 27) ή όταν διαπιστώνει καταστάσεις συγκεκριμένων συνθηκών παροντικής δραστηριότητας, όπως στο ποίημα «Το δέντρο»: «Οι φλούδες της νύχτας / απογυμνώνουν / τους καρπούς του έρωτα» (σ. 28).

Ο ποιητής προσπαθεί να κατανοήσει ή και να ορίσει όσα βλέπει, αισθάνεται, υφίσταται, σκέπτεται, σαν φαινόμενα παλιά, όπως ακριβώς και ο μεταφραστής που επιχειρεί να αποδώσει ένα προγενέστερο κείμενο σε μια γλώσσα νέα και ζωντανή, μέσα από διεργασίες που αναβιώνουν το παρελθόν με την ανάμνηση, μέσω εικόνων μνήμης. Γράφει ο Καράμπελας: «Η πεζοπορία αρχίζει πάλι / απ’ το σημαδεμένο μονοπάτι / προς τον κοινό προορισμό» (σ. 32) ή «άπειρες πέτρες / θαμμένες η μία / δίπλα στην άλλη / μικροσκοπικές / Μέρες δυσδιάκριτες / η μία από την άλλη / Εγκαταλειμμένες» (σ. 33). Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο αφηγητής-ποιητής βρίσκει ένα έρεισμα για την λιτή και ελεύθερη διατύπωση του λόγου του, καταφεύγοντας και σε μορφές σχηματικές, όπως στο ποίημα «Υγρό στοιχείο» με τη λέξη «φυσαλίδες» που σε σχηματοποιημένη γραφή αποδίδουν ακριβώς την ανοδική πορεία, από κάτω προς τα επάνω, μιας φυσαλίδας, ή στο ποίημα, «Δύο λέξεις», το ρήμα «βουλιάζει»γράφεται κάθετα σχηματοποιώντας τη διαδικασία του βουλιάγματος. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ποιήματα «Ενηλικίωση», όπου έχουμε την επαναλαμβανόμενη ηρεμιστική κίνηση μιας κούνιας που επιτρέπει μελλοντικά όνειρα που γρήγορα όμως θα εξαφανιστούν. Στο ποίημα, «Δύο νησιά» παραθέτει τους ίδιους στίχους δεξιά κι αριστερά της σελίδας, σε πέντε από τις επτά στροφές που το συνθέτουν, θέλοντας να δείξει δύο κόσμους διαφορετικούς που προσπαθούν να προσεγγίσουν ο ένας τον άλλον αλλά που τελικά απογοητεύονται.

Η σχηματική αυτή προσέγγιση αναπαριστά τη μνήμη που με τη σειρά της αναδεικνύεται ως διάσταση ξένη που περιέχεται στο πρωτότυπο του παρελθόντος και διαμορφώνει σχέσεις με το παρόν ή καλύτερα θεμελιώνει μία επικοινωνία μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος, στη σκέψη, στα αισθήματα, στην ψυχολογία του μεταφραστή-δημιουργού, που ζει απομονωμένος στο θάλαμό του, μία επικοινωνία που διατυπώνεται με τη συνδρομή μιας ευκολονόητης γλώσσας, μιας γλώσσας που αναγνωρίζει στο μεταφρασμένο κείμενο, στοιχεία του παρελθόντος, στοιχεία που συνυπάρχουν με το παρόν και αφορούν τον ανθρώπινο βίο.

Κι αυτή η επικοινωνία μνήμης συμπίπτει με το παρόν, με έναν έρωτα που βιώνει ο αφηγητής, έναν έρωτα που αναμορφώνει και μεταμορφώνει τη ζωή : «Και όταν τα δάχτυλα / αγγίξουν το νερό / θα γίνει θάλασσα η καρδιά / και κύματα οι παλμοί της (…) Ώσπου να αγκαλιαστούν / θάλασσα και αμμουδιά» (σ. 36). Με τον έρωτα, η αφήγηση προσαρμόζεται στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, για μικρό χρονικό διάστημα, όσο διαρκεί το πάθος : «Και αγαπηθήκαμε / στην κορυφή του λόφου / με το πράσινο λιβάδι / όπως ο ελέφαντας και η πεταλούδα / το σπίτι και το πουλί / το εγώ και το εσύ / στα παραμύθια του e e cummings» (σ. 39).

Γιώργος Φρέρης, Σάββας Καράμπελας

Και ακολουθούν οι διαπιστώσεις του παρελθόντος, σ’ έναν χωροχρόνο μονότονο, κλειστό, σχεδόν μοιραίο, με τη γέννηση ενός παιδιού το οποίο «αφού ανέβει στη ρόδα/ στο carrousel και το τραινάκι / θα μπει στην αίθουσα / των παραμορφώσεων / και με ένα όπλο / από τον πάγκο της σκοποβολής / θα σπάσει τους καθρέπτες / της ζωής του ζευγαριού» (σ. 40) και η ζωή συνεχίζεται με την ίδια ρουτίνα, αφού σημειώνει ο ποιητής: «Τα νήπια πολιορκούν τα κάστρα» (σ. 42), και «Οι γονείς βολεύτηκαν στα ράφια / με τις ασημένιες κορνίζες / και τις μικρές πορσελάνες» (σ. 43) και μόνον οι αναμνήσεις μένουν, σαν εξαφανιστεί ο χρόνος, η ζωή, σαν αλλάξουν τα τοπία, οι άνθρωποι, οι καταστάσεις. «Μόνο οι πρόγονοι έμειναν / -κρεμασμένοι στα κάδρα του τοίχου- / να σπαρταρούν … » (σ. 44) καταλήγει ο αφηγητής-μεταφραστής. Η γλώσσα του παρόντος έχει χάσει τη δική της φυσικότητα κι εμφανίζεται σαν ένας απόηχος του παρελθόντος, ένα παρελθόν που επαναλαμβάνεται, που παραμένει οικείο. Κι αυτή η οικειότητα καταδυναστεύει την υπαρξιακή συνείδηση του αφηγητή, που στην τρίτη ενότητα, στο «Επίμετρο» εστιάζει την προσοχή και το ενδιαφέρον του στο γεγονός ότι «Τα όνειρα / αφανή δίχτυα (σ. 47) που απλώνονται μακριά, καρτερούν να βγουν αληθινά. παρά τις εντάσεις και τις παλινδρομήσεις, μέσα από τις οποίες αναδεικνύεται το ατελέσφορο της ανθρώπινης ύπαρξης, το απόλυτο αδιέξοδο, το σίγουρο τέλος παρά τις προσπάθειες «της φωτεινής πολιτείας» να μας αποπροσανατολίσει ή να μας παρηγορήσει. «Μένουν εκεί / που σκάει το μαύρο κύμα / κωφάλαλοι και ανάπηροι. / Μόνοι και άυλοι» (σ. 49).

Η τραγική κατάληξη της περιγραφής μιας γενεαλογίας επαναλαμβάνεται και στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, στο «Υστερόγραφο» όπου ο ποιητής-μεταφραστής, αφού σκιαγράφησε τον κύκλο ζωής ενός ανθρώπου, τελικά μας εμφανίζει μέσω της ποιητικής αφήγησης, που και πως κατέληξε μια ανώνυμη ιστορική φυσιογνωμία, παρά την σημαντική πορεία στη ζωή του: «Μπήκε και έμεινε / στο μπαούλο / με την κληρονομιά / και τα αποσπάσματα / της υστεροφημίας του» (σ. 50). Αποδεικνύει δηλαδή ότι κάθε έμψυχη υπόσταση του παρόντος καταλήγει στο ίδιο και απαράλλαχτο προδιαγεγραμμένο ιστορικό πεπρωμένο. Στάση καθαρά υπαρξιακή εκ μέρους του δημιουργού, απαισιόδοξη, αλλά πραγματιστική, την οποία κατανοεί και συμμερίζεται κι ο αναγνώστης από την αρχή ακόμα της ποιητικής συλλογής.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο Σάββας Καράμπελας προσεγγίζει τη μοίρα για να περιγράψει ένα περιστατικό του παρελθόντος που τον συγκίνησε και τον σημάδεψε. Ίσως γιατί το έζησε. Η προδιαγεγραμμένη κοινή ζωή του ανθρώπου εμφανίζεται σαν πρωτότυπο κείμενο το οποίο αποδίδεται με βάση τα εφόδια που ο δημιουργός κατέχει, όση δηλαδή ικανότητα αντλεί στο θάλαμο του μεταφραστή, για να εξηγήσει ή να φωτίσει το παρόν. Με σαφήνεια, με ρυθμό ζωντανό, με καθαρότητα εικόνων, με αμεσότητα έκφρασης και με προσεγμένο ύφος, ο Καράμπελας αξιοποιεί τη γλωσσική και αφηγηματική ποιητική έκφραση αναδεικνύοντας τη γλώσσα σε στοιχείο πολύτιμο που συνεχώς ανατροφοδοτεί και αναμορφώνει τη μνήμη και το Παρόν. Ο ποιητής αναζητά τη σύγχρονη πραγματικότητα μέσα από την ανάδειξη της ανάμνησης του παρελθόντος προβάλλοντας μια υπαρξιακή αγωνία, μια στάση αναλλοίωτη, παράλογη με την έννοια που της αποδίδει οΑλμπέρ Καμύ, μονότονη, προδιαγεγραμμένη, σαν τη ζωή του καθενός μας.

Με άψογη τεχνική, με ρυθμό ελεγχόμενο, χωρίς άκρατο λυρισμό, ο Σάββας Καράμπελας, μέσω μιας γλώσσας λιτής και πλούσιας σε εικόνες, αποδίδει με τρόπο υπαρξιακό και έμμεσα ειρωνικό, τη σημερινή απαισιόδοξη ζωή των νέων και γίνεται εκφραστής ποιητής, πολλά υποσχόμενος, της γενιάς του. Προσωπικά αναμένω το επόμενο λογοτεχνικό του έργο προκειμένου να τον χαρακτηρίσω καλύτερα και να τον κατατάξω στους «κοινωνικούς ποιητές», όπως θα έλεγε κι ο Πάνος Θασίτης.

[Το κείμενο διαβάστηκε στην 14η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης (12.05.2017). Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.