Ξάπλωσα κατάχαμα, στο κατάστρωμα του καραβιού. Μεσοβδόμαδα αρχής καλοκαιριού και το δρομολόγιο είχε ελάχιστους επιβάτες. Ησύχασα και απλώθηκα. Έβγαλα τη μπλούζα μου και ο ήλιος που δυνάμωνε έκαιγε την κοιλιά μου. Απολάμβανα τη ζέστη μετά το μακρύ χειμώνα. Έλαμπε η μέρα και ο ουρανός απλωνόταν ατελείωτος επάνω από την ύπαρξή μου. Ασυννέφιαστη μπλε μονοχρωμία. Εκθαμβωτική. Κοίταζα τον ουρανό μέσα από τα μαύρα μου γυαλιά, και αναρωτιόμουν αν είναι βαρύς ή ελαφρύς. Από μικρός το ίδιο παιδεύομαι να καταλάβω. Όταν με μάλωνε ο πατέρας μου ο ουρανός ήταν ασήκωτος. Όταν με παράτησε ο πρώτος μου έρωτας, ο ουρανός έπεσε και με πλάκωσε. Όταν έχασα τη μάνα μου, χάθηκε και ο ουρανός μου μαζί. Ο ίδιος ουρανός γινόταν πούπουλο όταν τρώγαμε το πρώτο παγωτό του καλοκαιριού, τη μέρα που τελειώναμε το σχολείο, όπως όριζε η οικογενειακή μας παράδοση, ιδέα της αδερφής μου που της άρεσαν αυτά. Όταν τέλειωσα το πανεπιστήμιο ο ουρανός γέμισε πυροτεχνήματα και όταν κράτησα για πρώτη φορά την κόρη μου αγκαλιά πετούσα στους τέσσερις ουρανούς. Σήμερα, αυτός ο απέραντος ουρανός ταιριάζει απόλυτα με τη λαχτάρα μου να τη συναντήσω μόλις φτάσω, μετά από τόσο καιρό που ζει μακρυά μου.

Το νησί φάνηκε στον ορίζοντα. Σηκώθηκα να χαζέψω τον ξερό του βράχο με τις λευκές κουκίδες της Χώρας πεταμένες στην κορφή. Η φιγούρα του εκεί μακρυά πάφλαζε από τη ζέστη του μεσημεριού. Με πλησίασε ένας καμαρότος. Στάθηκε δίπλα μου και περιεργάστηκε σκεφτικός τον ουρανό, αρκετά δευτερόλεπτα. -Έρχεται μεγάλος καύσωνας από αύριο, μου είπε με σιγουριά.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα. Στείλτε κι εσείς το δικό σας!]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.