Την τελευταία εβδομάδα έπιανε βροχή κάθε απόγευμα την ίδια ώρα. Το νερό ξέπλενε τα υβρίδια από τις χημικές κάψουλες κι έφευγαν οι στάμπες από τα φύλλα του βαμβακιού και από τα καλαμπόκια που γυάλιζαν ξάστερα από την παστρική φασίνα της μπόρας.

Η μαμά έλεγε πως ήταν θέλημα θεού και έκανε αέρα με τη βεντάλια της κοιτώντας πέρα, στην άκρη του κτήματος. Η Ραλλού έμοιαζε με εκκρεμές πάνω στην κουνιστή καρέκλα, η βάση της οποίας τριβόταν στις ξεβαμμένες σανίδες της βεράντας που είχε υποκύψει στην ίδια πατίνα που είχαν όλα τα σπίτια της γειτονιάς.

Η Ρουθ που ήταν Αγγλίδα και ερχόταν στο κτήμα κάθε καλοκαίρι συνέλεγε το νερό σε μια κατσαρόλα και λουζόταν με αυτό. Ύστερα φαινόταν η φιγούρα του παππού να πλησιάζει στη βεράντα. Καθόταν δίπλα μας και κατέβαζε μονορούφι τη βυσσινάδα που υπήρχε στο δίσκο κι ας ήταν ζεστή σαν κάτουρο. Έκανε ότι ξεδιψάει κι αυτό πάντα με ψυχαγωγούσε, ήταν λες και μαζί του ξεδιψούσα κι εγώ. Την τελευταία σταγόνα του ποτηριού την έριχνε απευθείας στη βρεγμένη γη ως φόρο τιμής για ό, τι πέρασε. Πέρυσι, τέτοια εποχή η θερμοκρασία είχε φτάσει τους 50 βαθμούς, τα σπαρτά είχαν λιώσει όλα, κι ό, τι δεν καταστράφηκε από την κάψα, καταστράφηκε από την παράνοια που γεννούσε. Την τρίτη μέρα του Καύσωνα ο γείτονάς μας, ένας απόστρατος στρατιωτικός, υπέκυψε στη φονική του τρέλα και αφού πυροβόλησε τη γυναίκα του και τα παιδιά του, έστρεψε το όπλο και στον δικό του κρόταφο.

Το μεγαλύτερο μέρος της δικής μας φυτείας καταστράφηκε από κάτι παράσιτα ανθεκτικά στη ζέστη. Αλλά ο παππούς είχε την ιδέα να φυτέψει κάτι καινούργια, υβριδικά, κινέζικα σποράκια που πρέπει να τα ψεκάζεις κάθε μέρα με μια σκόνη κι αυτά ψηλώνουν σε μια νύκτα και η μυρωδιά τους είναι απωθητική για τα παράσιτα, αλλά παραδόξως, φιλική προς τις κατσαρίδες και τον άνθρωπο. Η Ραλλού την πέμπτη και τελευταία μέρα του Μεγάλου Καύσωνα του Ιουλίου άλλαξε. Τα μαλλιά της από ξανθά πήραν το χρώμα της σκουριάς και το δέρμα της από κατάλευκο γίνηκε σταχτί σκούρο. Ήταν τη μέρα που έμαθε πως η καρδιά του Νικήτα δεν άντεξε τη ζέστη. Κάθεται στην καρέκλα από τότε και κουνιέται ρυθμικά, αγναντεύοντας τη μεγάλη λεύκα. Στο δέντρο αυτό, που κατάφερε να επιβιώσει από τη ζέστη και από τα παράσιτα είχε φιληθεί και ανταλλάξει όρκους αγάπης με τον Νικήτα.

Τα καλαμπόκια στον κάμπο έχουν μεστώσει. Ο Καύσωνας άρχισε πέρυσι τέτοια εποχή στις 12 Ιουλίου και τελείωσε πέντε μέρες αργότερα, ανήμερα της Αγίας Μαρίνας. Οι πιστοί και οι εκπομπές στην τηλεόραση ορκίζονται στις ζωές των παιδιών τους πως η Αγία Μαρίνα τον εξολόθρευσε, όπως τον διάβολο. Γιατί ο Μεγάλος Καύσωνας έκαιγε διαολεμένα. Κι η γη είχε γίνει κόλαση. Οι παπάδες συμφώνησαν πως αυτό που ζήσαμε ήταν ένα δυνατό δείγμα γραφής της Δευτέρας παρουσίας και αφόρισαν όλα τα τραγούδια που μιλάνε για ζέστη και καλοκαιρινούς έρωτες.

Ο παππούς σηκώνεται από την καρέκλα του και κάνει νόημα στη μαμά. Ύστερα, σηκώνεται η Ρουθ που νιώθει τα μαλλιά της πιο απαλά. Ακόμα κι η Ραλλού σταματά το αδιάκοπο σύρσιμο της καρέκλας. Η μαμά τη βοηθάει να σηκωθεί. Μένω ξωπίσω και ιχνηλατώ τα βαριά τους χνάρια, μπουκωμένη με τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος, ενώ ο παππούς που προηγείται, παραμερίζει τα αγριόχορτα ανοίγοντας δρόμο με ένα ξερόκλαδο.

Το ξωκλήσι της Αγίας Μαρίνας αχνοφαίνεται στην κορυφή του λόφου με τα κυπαρίσσια φωτισμένο και δαφνοστολισμένο.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα. Στείλτε κι εσείς το δικό σας!]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.