Η γάτα είχε γεννήσει, και τη μέρα που ο Κωσταντής έφτασε με το αυτοκίνητο στο χωριό για τις καλοκαιρινές διακοπές βρήκε ένα μακάβριο πεσκέσι στην αυλή. Δύο γατιά ήταν σκισμένα από τον γάτο. Τα έβαλε σε μια πλαστική σακούλα και τα πέταξε στα σκουπίδια.

Όλη νύχτα ύστερα, η γάτα τα μαύλιζε. Έφερνε γύρα την αυλή και, στο σκοτάδι μέσα, το παραπονιάρικο μαύλισμά της τον κύκλωνε σαν να ερχόταν μεμιάς από παντού, με ισοκράτη τη μονότονη φωνή ενός γκιόνη. Μάταια πάλευε ο Κωσταντής να κοιμηθεί και, στις τέσσερις τα χαράματα, άπλωσε τυφλά το χέρι, άναψε το φως κι έπιασε το βιβλίο που είχε αφημένο στο τραπεζάκι δίπλα: Αρχαϊκές μητέρες, της Δήμητρας Αναστασιάδου – πήγε στη σελίδα όπου είχε βάλει πρόχειρο σελιδοδείκτη μια απόδειξη από διόδια κι άρχισε να διαβάζει με το νου του θολό από την ξαγρύπνια, καταλαβαίνοντας τον ήχο που είχαν οι λέξεις μα ολοένα σκοντάφτοντας στο νόημά τους. Η γάτα δεν έπαυε να τριγυρνάει και να αναζητά, όσο η συγγραφέας τέντωνε νήματα που, αόρατα σχεδόν, ένωναν τη Μήδεια με τη Φραγκογιαννού· και οι φωνές του Ευριπίδη και του Παπαδιαμάντη πλέκονταν με τα δυο καλέσματα που έρχονταν από τη νύχτα έξω: της γάτας και του γκιόνη. Για μισή ώρα, για μία μπορεί, διάβαζε για τις παιδοκτόνες μητέρες στο βιβλίο· με τις λέξεις όλο και πιο πολύ να μοιάζουν γραμμένες σε μια ακατανόητη γλώσσα, λες και τις πρόφερε το κλαψούρισμα της γάτας – ώσπου οι Αρχαϊκές μητέρες γλίστρησαν από το χέρι του και μισοκοιμισμένος έσβησε το φως.

Σε τούτο δω το σπίτι είχανε ζήσει κι είχαν πεθάνει η μάνα κι ο πατέρας του Κωσταντή, και μες στον ύπνο του τους κάλεσε στη ζωή ξανά το παράπονο της γάτας· τους ανέσυρε για να σταθούν θαμπές φιγούρες από τη μια μεριά του τραπεζιού κι από την άλλη, με τον Κωσταντή, μικρό, στο μέσον. Ο καθένας είχε μπροστά το πιάτο του, μα μονάχα του αγοριού ήταν γεμάτο· των δύο γονιών ήταν άδεια. Έπειτα όμως η μητέρα σηκώθηκε και του πήρε το φαΐ, έβαλε το μισό στον πατέρα και το άλλο μισό στην ίδια, κι άφησε μπροστά του το άδειο πιάτο.

«Εγώ δεν θα φάω;» αναρωτήθηκε καθώς βούλιαζε στο σκοτάδι του βαθύτερου ύπνου και οι φιγούρες, όπως είχαν έρθει, έτσι χάνονταν.

Με το που άνοιξε το πρωί τα μάτια, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε, προτού καν ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του, ήταν να ταΐσει τη γάτα.

Τον άκουσε, όταν της έβαλε φαγητό στο πιάτο, και ήρθε για να φάει, αλλά πρώτα τον κοίταξε σαν να τον ρωτούσε.

«Δεν θα τα βρεις τα μικρά σου», της είπε.

Μα εκείνη καταλάβαινε μόνο ό,τι την πρόσταζε το ένστικτό της να καταλάβει. Έτσι, έφαγε αρπαχτά κι ύστερα έφυγε για να ψάξει ξανά για τα γατιά της. Όλη μέρα, τα νιαουρίσματά της στην αυλή έφερναν γύρα το πατρικό του Κωσταντή, τυλίγοντάς το με την αόρατη κλωστή της στέρησής της – ώσπου το βράδυ το πήρε πια απόφαση και ησύχασε.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.